Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Ένα διαφορετικό τέλος για το βιβλίο" Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς"

      7 Mαϊου 2017

Αγαπημένη μου Ελένη,

Χαίρομαι που το πάρτι σου είχε επιτυχία αλλά έχω κάποιες απορίες που θέλω να μου λύσεις. Αρχικά, πρίν από λίγες μέρες πήγα στο Βόλο να σου κάνω έκπληξη επειδή ήξερα για τους αγώνες, αλλά δεν σε είδα πουθενά. Δε νομίζω πως αγωνίστηκες, αφού κανένα κορίτσι απ’ όσο έμαθα λεγόταν Ελένη. Ήταν μόνο μια κοπέλα απ’ την Ελλάδα. Οι υπόλοιπες ήταν από Νιγηρία, Κένυα. Μήπως σου συνέβη τίποτα και δεν μπόρεσες να πας. Πές μου τι έγινε, ανησυχώ πολύ.

Με αγάπη
 Βερόνικα.

Υ.Γ. Βασικά ήταν ένα κορίτσι που ήταν μαύρη, με το όνομά σου αλλά αποκλείεται να σουν εσύ. Εσύ είσαι Ελληνίδα.



                                                                   
 12 Μαϊου 2017

Αγαπημένη μου Βερόνικα,

Καταρχάς σ’ ευχαριστώ πού που πήγες στο Βόλο για μένα. Αυτό σημαίνει πολλά. Σημαίνει ότι είσαι μια αλληθινή φίλη. Ήρθε τώρα όμως η στιγμή να σου αποκαλύψω κάτι. Ναι,  εγώ ήμουν εκείνη η κοπέλα που γράφει. Είμαι σίγουρη πως τώρα είσαι λίγο μπερδεμένη και θα σου εξηγήσω. Ο μπαμπάς μου είναι  από τη Νότια Αφρική και η μαμά μου από την Ελλάδα. Από τότε που γεννήθηκα μένω μόνιμα στην Αθήνα. Απλά έτυχε να πάρω το χρώμα του πατέρα μου. Όλα αυτά που σου έγγραφα δεν ήταν ψέματα. Έχω μια κολλητή, είχα γενέθλια πρόσφατα , παίζω μπάσκετ.  Δεν ήθελα να στο πω νωρίτερα γιατί φοβόμουν την απόρριψη. Πια όμως σε έχω γνωρίσει, έχω καταλάβει τι χαρακτήρας είσαι, έχεις μπεί κι εσύ στη θέση μου και για μένα είσαι μια πραγματική φίλη και πιστεύω κάποια στιγμή να τα πούμε από κοντά.

                                                                                      Φιλιά
Ελένη



                                                                                      29 Ιουνίου 2017


Αγαπημένη μου Βερόνικα,
Δε καταλαβαίνω τι συνέβη. Γιατί δεν απαντάς. Περιμένω τόσο καιρό.  Τι σου έκανα; Δε πιστεύω να φταίει αυτό που σου είπα τις προάλλες. Γιατί Βερόνικα ; Tόσο καιρό αλληλογραφούσαμε και ήταν όλα μια χαρά. Πραγματικά, δεν μπορώ να σου κρύψω τη στεναχώρια μου. Νόμιζα πως ειδικά εσύ, δε θα είχες πρόβλημα κι ήσουν διαφορετική. Όμως καταβάθος όλοι είμαστε ρατσιτστές, κι ας μη το παραδεχόμαστε. Βερόνικα, γλυκιά μου, αυτό είναι ίσως το τελευταίο γράμμα που σου στέλνω. Με πιέζει ο χρόνος γιατί έχω προπόνηση και πρέπει να τελειώσω.

                                                                                         Με αγάπη
Ελένη

                                   
                                        


 02 Ιουλίου 2017

Αγαπημένη μου Ελένη,

Στεναχωριέμαι μόνο και μόνο που σκέφτηκες αυτό για μένα, αλλά σε δικαιολογώ. Εγώ ήθελα απευθείας να σου απαντήσω, όμως ο μπαμπάς μου διάβασε το τελευταίο σου γράμμα και συμπεριφέρθηκε άσπλαχνα. Αρχισε να μου λέει «Πώς τολμάς να μιλάς με μια μαύρη» κι όπως καταλαβαίνεις πολλά ακόμη. Αυτοί οι μεγάλοι συνέχεια μας λένε «Μη κάνεις παρέα με αυτόν, με εκείνον. Είναι μαύρος, είναι ξένος».  Ακόμη κι αυτοί που δέχονται ρατσισμό είναι ρατσιστές. Εμείς τα παιδιά σ’ αυτό το θέμα πρέπει να τους αγνοήσουμε, πρέπει να είμαστε όλοι ενωμένοι για ένα καλύτερο μέλλον. Είμαστε η νέα γενιά και πρέπει να εξαφανίσουμε τη λέξη «Ρατσισμός» από το λεξιλόγιο μας. Μη ξεχνάς ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί αλλά και όλοι ίσοι.

                             Με πολλή πολλή αγάπη
                                               Βερόνικα

Γεράσιμο Κ.


Θυμάμαι από τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής...

Με αφορμή το βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα "Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα", οι μαθητές/ριες ρωτούν παππούδες/γιαγιάδες. Εκείνοι θυμούνται ή ανασύρουν μνήμες από άλλες διηγήσεις και αφηγούνται...


Ο παππούς θυμάται...
Η Κατοχή της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1941 με τη γερμανική εισβολή. Ήμουν πολύ μικρός και θυμάμαι ότι τα παιδιά της γειτονιάς μαζευόμασταν και πηγαίναμε να ζητήσουμε από τους Γερμανούς φαγητό, γιατί υπήρχε πολύ πείνα. Οι Γερμανοί μας έδινα κάτι χάρτινα κουτάκια που είχαν μέσα οδοντόκρεμα. Από την πείνα μας και μην ξέροντας τι είναι τα τρώγαμε και οι Γερμανοί γελούσαν...

Ένα ακόμη γεγονός που θυμάται...
Μετά την Κατοχή είχε δημιουργηθεί ένας οργανισμός, η ΟΥΝΤΡΑ (UNRRA) που πρόσφερε βοήθεια κυρίως ρουχισμό στον ελληνικό λαό. Θυμάμαι πως με ανυπομονησία περίμενα να πάρω κάποιο ρούχο. Μου έτυχε ένα μάλλινο πράσινο γυναικείο παλτό. Παρόλο που κρύωνα, δεν το φόρεσα ποτέ, γιατί θα με κορόιδευαν...
                                                                                                Θεοφανία Γ.


-Παππού,μπορείς να μου διηγηθείς μια εμπειρία σου απο την Κατοχή;
-Βεβαίως, αλλά επειδή ήμουν πολύ μικρός μπορώ να σου διηγηθώ μία περιπέτεια του πατέρα μου. Ο προπάππους σου, Γεώργιος Κώτης, κατετάγη εθελοντής στο Ναυτικό την περίοδο της Κατοχής. Σε μία αποστολή, το πολεμικό πλοίο στο οποίο υπηρετούσε, πήρε εντολή να πάει να καταλάβει ενα γερμανικό πλοίο στα παράλια της Αφρικής φορτομένο με πολεμοφόδια, το οποίο επέβλεπε μια μικρή φρουρά Γερμανών. Σαν έφτασαν ξημερώματα και πλησίασαν, άναψαν οι προβολείς απο το γερμανικό πλοίο και άρχισαν να πυροβολούν οι Γερμανοί. Οι Έλληνες κατάφεραν και πήδηξαν στο εχθρικό πλοίο. Ο παππούς φάνηκε άτυχος. Πηδώντας γλύστρισε και η κουμπωμένη του χλαίνη γατζώθηκε στη δέστρα του πλοίου. Στα πέντε μέτρα τον σημάδευε ένας Γερμανός. Πατάει την σκανδάλη αλλά το όπλο δεν εκπυρσοκροτούσε. Βλέποντας αυτά ο παππούς τραβάει την ξιφολόγχη του, κόβει το κουμπί από τη χλαίνη και πέφτει στη θάλασσα. Αυτό ήταν η σωτηρία του. Μετά απο λίγη ώρα βγήκαν νικητές οι Έλληνες, μάζεψαν τον παππού απο τη θάλασσα και επέστρεψαν συνοδεύοντας το γερμανικό πλοίο με τα πολεμοφόδια στο λιμάνι της Χάιφα(Λίβανος), όπου βρισκόταν το Ελληνικό στρατηγείο. Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες!!
-Ευχαριστώ πολύ παππού!!
-Τίποτα αγόρι μου.
                                                                                             Γιώργος Σ.

Ο παππούς μου μου διηγήθηκε ένα περιστατικό που αφορούσε τον προπάππου μου...
Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι γερμανοί έδωσαν τον έλεγχο των περιοχών ανατολικά του Στρυμόνα ποταμού, στους συμμάχους τους Βουλγάρους. Οι Γερμανοί έδρασαν με αυτόν τον τρόπο από ανάγκη, διότι έπρεπε να μεταφέρουν τα στρατεύματα τους στην Ευρώπη και την Αφρική όπου ακόμη έκανα επεκτατικούς  πολέμους .
 Το χωριό μου ,η Μονοκκλησιά Σερρών ήταν από τις περιοχές ανατολικά του Στρυμόνα που κατέλαβαν τελικά οι Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι ήταν πιο σκληροί από τους Γερμανούς και προκάλεσαν πολλά περιστατικά. Σε ένα από αυτά συγκέντρωσαν ανήλικα αγόρια, σχετικά, μεγάλα σε ηλικία. Ήταν και ο προπάππους μου εκεί. Τους έδειραν όλους πάρα πολύ. Τον προπάππου μου αφού τον έδειραν, τον μαχαίρωσαν στο κεφάλι,  πίσω από το αυτί,  με αποτέλεσμα να χάσει την ακοή του και να είναι αναγκασμένος να φοράει ακουστικό για όλη την υπόλοιπη ζωή του. 
                                                                              Κωνσταντίνα Γ.


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ερωτήσεις για τη συγγραφέα...

Την Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου η συγγραφέας Μαρούλα Κλιάφα θα  μας κάνει την τιμή και θα επισκεφτεί το σχολείο μας. Οι μαθητές/ριες του Α2 διάβασαν το βιβλίο "Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς" και θέλουν να τη ρωτήσουν...
1) Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας;
2) Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να γράφετε βιβλία;
3) Όταν ήσασταν παιδί ποιο βιβλίο σας άρεσε; Είχατε κάποιον αγαπημένο συγγραφέα;
4) Πόσο καιρό σας πήρε να γράψατε το βιβλίο «Ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς»;
5) Το βιβλίο που διαβάσαμε περνάει πολλά μηνύματα. Είναι πραγματικά καταπληκτικό και συγκινητικό. Από πού εμπνευστήκατε το θέμα;
6) Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα; Είδαμε ότι είναι αφιερωμένο σε μια Μαρία από το Φιέρι και σε μια Βερονίκη από το Αργυρόκαστρο
7) Ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο σας;
8) Ως μαθήτρια ήσασταν καλή στην έκθεση;
9) Είναι δύσκολο να γράφει κανείς λογοτεχνικά βιβλία;
10) Σκοπεύετε να γράψετε δεύτερο μέρος του βιβλίου;
11) Σε εσάς ποιος χαρακτήρας του βιβλίου άρεσε περισσότερο; Η Ελένη ή η Βερόνικα;

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα: το πιάνο της Ρεβέκκας

Ο Γιάννης Π. κατασκεύασε ένα πιάνο από χαρτόνι και οδοντογλυφίδες. Κάπως έτσι φαντάζεται και το πιάνο στο οποίο η Ρεβέκκα έπαιξε τη μπαλάντα που της έστειλε ο Κωνσταντής


Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς-Μαρούλα Κλιάφα: Βιβλιοπαρουσιάσεις μαθητών/ριών

Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς» γράφτηκε από τη Μαρούλα Κλιάφα και απευθύνεται κυρίως σε εφήβους. Εκδόθηκε το 2003.
Οι ηρωίδες είναι δύο δεκαπεντάχρονα κορίτσια, η Βερόνικα και η Ελένη, που ζουν σε τελείως διαφορετικά σπίτια, κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Όμως υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ τους: τα προβλήματα που έχουν με τον κόσμο γύρω τους.

Η σχέση τους δημιουργείται ξαφνικά από μια αγγελία σε μια εφημερίδα. Η Βερόνικα βλέποντας την αγγελία, σπεύδει να απαντήσει, καθώς θέλει να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με κάποιον που δε θα της φερθεί άσχημα επειδή είναι Αλβανίδα.
Τα δύο κορίτσια ξεκινούν να στέλνουν επιστολές η μία στην άλλη, εξομολογώντας τη συμπεριφορά που τους δείχνουν οι γύρω τους, για τα προβλήματα και τα επιτεύγματά τους στο σχολείο και στον αθλητισμό και για τα ερωτικά τους. Ακόμα μιλούν για τις πεποιθήσεις τους, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις τους και τις αναμνήσεις του παρελθόντος.
Αναπάντεχα η σχέση τους κλονίζεται και ενδέχεται να μην ανταλλάξουν ξανά γράμματα, εξαιτίας ενός άσχημου γεγονότος. Η αλήθεια αποκαλύπτεται. Έχει, όμως, επιπτώσεις σε αυτήν τη φιλία;
Είναι ένα πανέμορφο βιβλίο γεμάτο ιστορίες από την καθημερινότητα και ανατρεπτικό τέλος. Σας συστήνω να το διαβάσετε οπωσδήποτε!-                
                                                                                    Μάριος Κ.



Στο βιβλίο «ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς» περιγράφεται η δημιουργία μιας δυνατής φιλίας που προέκυψε από τις επιστολές που ανταλλάσσουν δυο κοπέλες, η Βερόνικα και η Ελένη. Η Βερόνικα έρχεται απ’ την Αλβανία και μένει μόνιμα στην Ελλάδα με την οικογένεια της. Η ζωή της όμως δεν είναι τόσο ομαλή. Όλη η οικογένεια αντιμετωπίζει προβλήματα ρατσισμού, προκατάληψης και απόρριψης λόγω καταγωγής της. Αντίθετα, η Ελένη περιγράφει στη Βερόνικα την υποτιθέμενη ονειρική ζωή της με πολλούς φίλους, μεγάλο σπίτι και ανέσεις. Τα δύο κορίτσια αφηγούνται τις εμπειρίες τους, αλληλοσυμπαραστέκονται η μία στην άλλη και «χτίζουν»  μια αληθινή φιλία. 

Ωστόσο, μια αποκάλυψη ενός μυστικού αλλάζει τα δεδομένα. Ενός μυστικού που θα μπορούσε να καταστρέψει ότι είχαν «χτίσει» σε τόσους μήνες. Πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον και συγκινητικό βιβλίο που περνάει πολλά μηνύματα. Προβάλλονται προβλήματα ρατσισμού που ακόμη βιώνουν παιδιά στις μέρες μας. Ακόμη με εύστοχο τρόπο παρουσιάζονται τα έντονα συναισθήματα των κοριτσιών που αγγίζουν τον αναγνώστη αλλά και γεγονότα που συναρπάζουν και ξαφνιάζουν. Επίσης δίνεται βαρύτητα στη δύναμη της φιλίας  που μπορεί να αναπτυχθεί όταν υπάρχει στοργή κατανόηση και συμπαράσταση. Θεωρώ ότι ένα επιπλέον στοιχείο του βιβλίου που μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι οι επιστολές. Ένας τρόπος γραφής που δεν συναντάμε συχνά. Επιπρόσθετα πιστεύω ότι ο τίτλος είναι πολύ πρωτότυπος και αντιπροσωπεύει πλήρως το περιεχόμενο του βιβλίου.  Μέσα σε όλα αυτά τα θετικά πιστεύω το μόνο αρνητικό του βιβλίου είναι το τέλος. Είναι δυσάρεστο και κάπως απότομο. Θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η ιστορία ή να τελείωνε διαφορετικά. Παρόλα αυτά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κανείς.

Γεράσιμος Κ.

Στο βιβλίο αυτό περιγράφεται η ιστορία δύο κοριτσιών, που αρχίζουν να αλληλογραφούν. Μέσα από αυτό δημιουργείται μια στενή φιλία ανάμεσα στην Ελένη και τη Βερόνικα. Η Βερόνικα είναι από την Αλβανία, αλλά ζει στα Τρίκαλα. Βιώνει πολλά προβλήματα, καθώς η οικογένειά της προσπαθεί να προσαρμοστεί σε ένα καινούργιο περιβάλλον. Εξαιτίας ενός οικονομικού προβλήματος γίνεται μια μετακόμιση της οικογένειας, η οποία τους φέρνει αντιμέτωπους με το ρατσισμό. Η Βερόνικα, παρά τα προβλήματα που έχει , ονειρεύεται κάποτε να σπουδάσει. 

Η Ελένη ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τον αθλητισμό, συμμετέχοντας σε πρωταθλήματα. Καθώς είναι μοναχοπαίδι οι γονείς της δεν της χαλάνε κανένα χατίρι. Της επιτρέπουν να βγαίνει και να διασκεδάζει με τους φίλους της. Όπως βλέπουμε η οικογένειά της δεν έχει κανένα πρόβλημα, το μόνο πρόβλημα που απασχολεί την Ελένη είναι τα αγόρια. Επί οκτώ μήνες τα κορίτσια αλληλογραφούν λέγοντας τα μυστικά και τα όνειρά τους. Όμως όλα αυτά ανατρέπονται από διάφορα ψέματα. Μια πικρή αλήθεια κλονίζει τη σχέση τους, αλλά το μυστικό αυτό δεν στάθηκε ικανό να χαλάσει τη φιλία τους. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε.
                                                                                              Παναγιώτα Κ
Μέσα από μια αγγελία αλλάζει η ζωή δύο κοριτσιών, της Ελένης και της Βερόνικας. Γίνονται φίλες κολλητές, μοιράζονται τις σκέψεις τους, ανταλλάσσουν απόψεις και λένε τα μυστικά τους η μια στην άλλη. Μπορεί ένα όμως μυστικό να διαλύσει μια φιλία ; 

Είναι ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε πάρα πολύ: πρώτον για τη δομή και τον τρόπο που είναι γραμμένο και δεύτερον για την πλοκή του. Επίσης, παρουσιάζει τα ρατσιστικά φαινόμενα στην καθημερινή ζωή των ηρώων και σημαντικά μηνύματα φιλίας. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει ο καθένας μας.
                                                                                              Χρήστος Κ.

Το λογοτεχνικό βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα αναφέρεται σε δύο κορίτσια, την Ελένη και την Βερόνικα που αλληλογραφούσαν. Μέσα από την αλληλογραφία τα κορίτσια μιλούσαν για την καθημερινότητά τους και για το τι τα απασχολούσε. Τα δύο κορίτσια ήταν πολύ καλές φίλες και συνέχεια αλληλογραφούσαν. 

Το κείμενο έχει πολύ ωραίο λεξιλόγιο, έχει πολλούς διαλόγους και επίσης και πάρα πολλά ευχάριστα, αλλά και λυπητερά, γεγονότα. Πιστεύω πως αξίζει να το διαβάσετε, γιατί η συγγραφέας χρησιμοποιεί μεγάλες προτάσεις για να μας γεμίσει συναισθήματα και προβληματισμό. Το τέλος του βιβλίου είναι ανατρεπτικό και συγκινητικό, γιατί "ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς". 
                                                                                                                                            Γιώργος Κ.

Το λογοτεχνικό βιβλίο "Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς " της συγγραφέως " Μαρούλας Κλιάφα" είναι ένα υπέροχο και φανταστικό βιβλίο που εξιστορεί την ζωή δύο δεκαπεντάχρονων κοριτσιών που γνωρίστηκαν μέσα από αλληλογραφία περιγράφοντας την καθημερινή τους ζωή.
Με λίγα λόγια η Βερόνικα μεταναστεύει στην Ελλάδα μετά από τις τραυματικές τις εμπειρίες στην Αλβανία, ενώ η Ελένη ζει σε ένα τέλειο σπίτι μαζί με τους γονείς της και τίποτα δεν εμποδίζει την ζωή της. Όμως ένα μεγάλο μυστικό απομακρύνει τις σχέσεις των δύο κοριτσιών.

 Το βιβλίο έχει καταπληκτικό περιεχόμενο και σου περνά μία αγωνία για το τι θα γίνει στο τέλος. Σε κάθε αλληλογραφία η συγγραφέας μας βάζει στην θέση του πρωταγωνιστή. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσετε πιστέψτε με δεν θα απογοητευτείτε!!
                                                                                                          Από Άρτεμις Κ.


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα-Μαρούλα Κλιάφα

Οι μαθητές/ριες του Β1 και Β5 οπτικοποιούν εικόνες από το βιβλίο "Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα" της Μαρούλας Κλιάφα. 

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα-Μαρούλα Κλιάφα by Slidely Slideshow

Παίζοντας με τον τίτλο..."Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα"-Μαρούλα Κλιάφα


                                                                                                                          Μαρίσα Γ.

                                                                                                  Ευάνθης Ρ.

  • Μια καινούρια ζωή για τη Ρεβέκκα
  • Μια νέα αρχή για τη Ρεβέκκα
  • Οι νότες του πολέμου
  • Οι νότες της ζωής
  • Η απουσία μιας νότας...
  • Ο πόλεμος μέσα από τα μάτια της αθωότητας
  • Στα χρόνια της Κατοχής
  • Μια ελπίδα ξεπροβάλλει...
  • Όταν η ελπίδα ξεπροβάλλει...
  • Η ιστορία της Ρεβέκκας
  • Η "πολύχρωμη" ζωή της Ρεβέκκας
  • Πό-λε-μος και Κα-το-χή

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα: Ένα πρόσωπο που τράβηξε την προσοχή μου...


Εντύπωση μου έκανε η μαμά της Ρεβέκκας, γιατί παρόλο που ζει δύσκολες καταστάσεις παραμένει ψύχραιμη (τις περισσότερες φορές) και προτείνει λύσεις για πολλά προβλήματα. Ακόμη, βρίσκεται πάντα κοντά στα παιδιά της. Παρουσιάζεται μέσα από τα λόγια της Ρεβέκκας στοργική, ήρεμη κι έξυπνη. Προσπαθεί να κρατήσεις την οικογένειά της ενωμένη και εξαφανίζει εντάσεις και διαφωνίες με τον δικό της γλυκό τρόπο. Το γεγονός ότι προσπαθεί με κάθε τρόπο να προστατέψει τα παιδιά της φαίνεται και στο τέλος του βιβλίου. Στο χωριό που βρισκόταν, ο Οβαδίας ο μικρός αδερφός της Ρεβέκκας αρρώστησε και επειδή δεν υπήρχε ιατρείο στο χωριό, η μητέρα αποφάσισε να τον πάει στην πόλη....μέχρι και το τελευταίο λεπτό προσπάθησε με κάθε τρόπο να σώσει τον γιο της.
Κωνσταντίνα Γ & Αναστασία Β

Το πρόσωπο που μου τράβηξε την προσοχή για τον (άσχημο) χαρακτήρα του είναι ο κύριος Εμμανουήλ, ο ανιψιός του παππού Χριστόφορο, που πρόδωσε την πατρίδα του κι έλεγε ότι δεν είναι Έλληνας αλλά αγωνιστής στο πλευρό των Ιταλών και των Γερμανών. Πρόκειται για έναν καιροσκόπο. Μάλιστα με προβλημάτισε και με στενοχώρησε το γεγονός ότι χαιρέτισε τους Γερμανούς λέγοντας «Χάι Χίτλερ!»
                                                                 Αλεξάνδρα Δ. Β1

Το πρόσωπο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο Οβαδίας, ο αδερφός της Ρεβέκκας. Μου έκανε εντύπωση που μπήκε στο δωμάτιό της φωνάζοντας "Πό-λε-μος" σαν να ήταν κάτι ευχάριστω. Λόγω της ηλικίας του δεν ήξερε τι σημαίνει πόλεμος και τον αντιμετώπιζε σαν παιχνίδι. 
                                                                                  Μάριος Π.


Ο Αντρίκος είναι ένα αγόρι με πολύ δυναμικό χαρακτήρα και αυτοπεποίθηση. Παρόλο τον έρωτά του με τη Ρεβέκκα, αποφασίζει να υπηρετήσει στο ανταρτικό μόλις από την εφηβική του ηλικία. Από αυτή του την πράξη φαίνεται ο αυθορμητισμός του αλλά και η επιπολαιότητά του ταυτόχρονα. Επίσης, έγινε για ένα χρονικό διάστημα μέλος μιας εφηβικής αντιστασιακής οργάνωσης, της Ε.Π.Ο.Ν., όπου πέρασε άλλοτε καταπληκτικές και άλλοτε υπερβολικά τρομακτικές εμπειρίες. Επιπλέον, από τότε που αποφάσισε να ανέβει στα βουνά, παρόλο την αντίθετη άποψη της Ρεβέκκας, έχασε κάθε επαφή μαζί της. Πιστεύω είναι ένα αρκετά σημαντικό πρόσωπο που με την συνέχεια του έργου όλο και εξαφανίζεται.   
                                                                           Γιώργος Σ. 
                                                                                 


Ένα διαφορετικό τέλος για τη Ρεβέκκα...

Αφού η Ρεβέκκα έμαθε από τον μαστρο –Γιάννη ότι ο πόλεμος τελείωσε, δανείστηκε το ποδήλατό του και πήγε στο σπίτι των παππούδων της. Εκεί τους βρήκε όλους συγκεντρωμένους σε ένα κλίμα αισιοδοξίας με γέλια, φωνές κι αγκαλιές. Τότε κι εκείνη άφησε πίσω της όλες τις δύσκολες στιγμές και τις στενοχώριες και χάρηκε μαζί τους. Ξαφνικά γύρισε το κεφάλι της και στην κουζίνα του σπιτιού είδε τη μητέρα της και τν αδερφό της, τον Οβαδία να την κοιτάνε γεμάτοι συγκίνηση. Έτρεξε στην αγκαλιά τους και τους ρώτησε πώς κατάφεραν κι επέστρεψαν. Τότε η μητέρα της είπε: «Ελευθερωθήκαμε χάρη στον κύριο Εμμανουήλ, τον ανιψιό του παππού Χριστόφορου, ο οποίος μας είδε ότι ήμασταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, στενοχωρήθηκε που είχε προδώσει την οικογένειά του και μας είπε ότι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει είναι να μας βοηθήσει να βγούμε από τη δύσκολη κατάσταση. Γι’ αυτό λοιπόν είπε στους Γερμανούς ότι είμαστε δικοί του άνθρωποι. Μάλιστα είπε ψέματα ότι δεν είμαστε Εβραίοι και δεν είναι σωστό να μας φέρονται έτσι». Η Ρεβέκκα έκλαιγε από συγκίνηση. Επιτέλους ήταν ξανά όλοι μαζί! 

          Στη συνέχεια, η γιαγιά έδωσε ένα γράμμα στη Ρεβέκκα και της είπε ότι το έδωσε ένας νεαρός στο χωριό. Εκείνη το άνοιξε και αφού είδε ότι ήταν μια χειρόγραφη παρτιτούρα από τον Κωνσταντίνο, πήρε το ποδήλατο και πήγε στο πατρικό της σπίτι το οποίο ήταν άδειο. Μόνο το πιάνο υπήρχε κι έτσι η Ρεβέκκα άρχισε να παίζει τη μπαλάντα. Προς το τέλος της μελωδίας παρατήρησε ότι μια νότα του πιάνου ήταν χαλασμένη... Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην πόρτα ο Κωνσταντής που με ένα πλατύ χαμόγελο της είπε ότι και χωρίς τη νότα τη μπαλάντα την έπαιζε εξαιρετικά. Εκείνη τη στιγμή η Ρεβέκκα αποφάσισε να αφήσει πίσω της όλες τις δυσκολίες και να συνεχίσει τη ζωή της.
                                                                   Αλεξάνδρα Δ.  Β1

          Η Ρεβέκκα βγαίνει από τη σοφίτα. Το λαμπερό φως του ήλιου την τυφλώνει Κατεβαίνει τη μικρή σκαλίτσα του μύλου και πατάει πάνω στο γρασίδι. Αν και ήθελε να μάθει πού ήταν όλοι, βαθιά μέσα της φοβόταν. Ένα μεγάλο κομμάτι, όμως, είχε πάψει να νοιάζεται για το τι θα γίνει. Είχε στερηθεί τόσα πολλά που απλά ήθελα να ζήσει. Ακόμα κι αν κινδύνευε. Προχωρά ως την άκρη του δρόμου ξυπόλητη και κοντοστέκεται στην ερημιά... στη συνέχεια αποφασίζει να προχωρήσει. Τα βήματά της την οδηγούν στην κεντρική πλατεία από την οποία ακούγονται φωνές. Όλοι είχαν μαζευτεί στην πλατεία, χόρευαν, γελούσαν και τραγουδούσαν. Στη μέση της πλατείας ήταν υψωμένη η ελληνική σημαία. Αμέσως η Ρεβέκκα έτρεξε στο σπίτι των παππούδων της. Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε και τότε αντίκρισε όλους τους συγγενείς της να γελούν και να τραγουδούν. Από το βάθος άκουσε μια κραυγή «Ρεβέκκα! Ρεβέκκα»! Γύρισε κι είδε τον Οβαδία. Η Ρεβέκκα τα ‘χασε. Έτρεξε και τον πήρε αγκαλιά. Οι δύσκολες στιγμές είχαν πια περάσει.
                                                                     Αναστασία Β. Β 1

          Η Ρεβέκκα αφού έπαιξε την μπαλάντα που της είχε γράψει ο Κωνσταντής, άκουσε δυνατές φωνές χαράς έξω από το πατρικό της. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο κατώφλι της εξώπορτας και αντίκρισε τους παππούδες της, μαζί με τη μητέρα της, τον πατέρα της,  τον Οβαδία και όλους τους φίλους της χριστιανούς κι εβραίους. Μαζί τους ήταν και η Αύρα, η καλή της φίλη που μόλις την είδε, έτρεξε στην αγκαλιά της. Τότε πίσω της άκουσε δυο γνώριμες αγορίστικες φωνές να συζητούν. Γύρισε ξαφνιασμένη και είδε τον Κωνσταντή με τον Αντρίκο να την κοιτάζουν με χαρά. Τους χαιρέτισε και τους αγκάλιασε όλους.

          Στη συνέχεια πήρε το ποδήλατό της και χωρίς λόγια έδωσε ένα πεταχτό φιλί στη μαμά της κι έφυγε προς το βουνό. Την ακολούθησαν ο Κωνσταντής κι ο Αντρίκος...
          Μόλις έφτασε στο βουνό, άφησε το ποδήλατό της και ξάπλωσε στη σκιά μιας βελανιδιάς. Τα αγόρια κάθισαν δίπλα της. Της εξήγησαν πως γνωρίζονταν από παλιά, καθώς ήταν μακρινά ξαδέρφια. Η Ρεβέκκα έμεινε άφωνη. Ο καθένας της εξέφρασε τα συναισθήματά του και η Ρεβέκκα δεν έβγαλε μιλιά. Η Ρεβέκκα ήξερε πως ο ένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι μόνο φίλος, ενώ ο άλλος ο αγαπημένος της. Σηκώθηκε, έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του και του ψιθύρισε «Επιλέγω να είμαι μαζί σου».                 
                                                                Κωνσταντίνα Γ. Β 1

          «Η Ελένη...» Προφέρει το όνομα με δυσκολία, λες κι οι συλλαβές έχουν μπλεχτεί στο λαρύγγι του. Βήχει νευρικά και κατευθύνεται προς τον τοίχο, όπου κρέμεται το πορτρέτο του μακεδονομάχου θείου του.. Το κατεβάζει και στον τοίχο εμφανίζεται έν μυστικό χρηματοκιβώτιο. Ο παππούς σχηματίζει κάποιους αριθμούς και ύστερα γυρίζει το πόμολο. Αμέσως βγάζει το μαργαριταρένιο περιδέραιο της γιαγιάς. Μα προς τι αυτή η κίνηση; Το πολύτιμο αυτό κόσμημα είχε συναισθηματική αξία. Ήταν τόσο μοναδικό όσο κι ακριβό. Πάνω απ’ όλα, όμως, έβαζε τη ζωή της μητέρας. Αν οι Γερμανοί βρουν Εβραίους στα σπίτια, τους φορτώνουν στα καμιόνια υπογράφοντας έτσι την καταδίκη τους. Φυσικά κάποιοι πληρώνουν λύτρα για να συνεχίσουν το ταξίδι της ζωής... Για το καλό, λοιπόν, της μαμάς και του αδερφού μου, ο δωσίλογος  Εμμανουήλ προσφέρθηκε να μας βοηθήσει προτείνοντας σε έναν γερμανό αξιωματούχο την ανταλλαγή: το μαργαριταρένιο κολιέ με τη ζωή της μαμάς και του αδερφού μου.... Έτσι, την ημέρα λήξης του πολέμου η μαμά κι ο Οβαδίας ήταν στο σπίτι σώοι.
Από τότε, κάθε φορά που θυμόμαστε ιστορίες από την κατοχή, προτιμούμε να τις κρατάμε για τον εαυτό μας. Μα θα έρθει κάποτε η μέρα που τα παιδιά μου θα με ρωτάνε: «Μαμά, θυμάσαι να μας πεις κάτι από την περίοδο της Κατοχής;»

                                                                 Έλενα Π.  Β 5

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα: Βιβλιοπαρουσιάσεις μαθητών/ριων

Στο βιβλίο «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα» της Μαρούλας Κλιάφα περιγράφονται τα γεγονότα της Κατοχής μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, της Ρεβέκκας. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε τον Μάρτιο του 2011.        

          Η Ρεβέκκα, μια νεαρή εβραιοπούλα χάνει την πρώτη μέρα του πολέμου εξαιτίας της αμυγδαλίτιδας. Αυτό το γεγονός την κάνει να πάρει την απόφαση να είναι παρούσα σε όλες τις μεγάλες στιγμές που έρχονται. Η Ρεβέκκα πολλά συνταρακτικά γεγονότα που σημαδεύουν την εφηβεία της. Η ηρωίδα παρά τα δυσάρεστα γεγονότα που έζησε, στέκεται στα πόδια της δημιουργώντας καινούριες φιλίες, κάνοντας όνειρα και συμμετέχοντας ενεργά σε διαδηλώσεις γράφοντας συνθήματα με τα άλλα μέλη της αντιστασιακής ομάδας. Όλες αυτές οι δυσκολίες που περνά την κάνουν πιο ώριμη και της δίνουν κουράγιο και δύναμη να κάνει μια νέα αρχή μετά το τέλος του πολέμου.
Η συγγραφέας με το να προσθέσει ιστορικά γεγονότα στο βιβλίο μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε με έναν διαφορετικό τρόπο εκείνη την περίοδο. Επίσης, πληροφορηθήκαμε για τις γιορτές, τον πολιτισμό και τις διατροφικές συνήθειες των Εβραίων.
          Ο λόγος είναι άμεσος και σου δίνει την εντύπωση ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται μπροστά σου. Η περιγραφή των γεγονότων είναι αρκετά λεπτομερής, δίνοντας συγχρόνως πολλά ιστορικά στοιχεία. Τα επίθετα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας δημιουργούν πολλές εικόνες στο μυαλό των αναγνωστών. Η χρήση του διαλόγου κάνει το κείμενο πιο ζωντανό και παραστατικό. Η ιστορία είναι πλούσια σε πλοκή, συναισθήματα και διδάγματα που αποκλείεται να μη σε συγκινήσει. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ταξιδεύεις σε εκείνη την εποχή, αφήνοντας πίσω την καθημερινότητά σου.
                                                                                          Ιωάννα Χ. Β 5
         
Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνίστρια είναι η Ρεβέκκα, μια νεαρή εβραιοπούλα που ζει με την οικογένειά της την περίοδο της Κατοχής. Το βιβλίο δεν περιγράφει μόνο την κατοχή και τη σκληρότητα του πολέμου μέσα από τα παιδικά μάτια μιας έφηβης κοπέλας. Συγκρίνει τη ζωή της Ρεβέκκας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου και μας δείχνει την πορεία της προς την ενηλικίωση. Φιλίες, συνθήματα, αποχαιρετισμοί και πρώτοι έρωτες σε καθηλώνουν σε αυτό το βιβλίο.
          Αν και θα προτιμούσα ένα διαφορετικό τέλος, με εντυπωσίασε η δύναμη και η υπομονή της Ρεβέκκας, καθώς και η αισιοδοξία της για το μέλλον. Το ίδιο συναρπαστικό είναι και το θάρρος που έχουν τα παιδιά να γράφουν συνθήματα και να αντιστέκονται για το καλό της πατρίδας τους. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει κανείς να διαβάσει.                               
                                                                                             Ναταλία Τ. Β 5
         





Στο βιβλίο «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα» περιγράφονται μερικά στοιχεία της καθημερινότητας της Ρεβέκκας, μιας νεαρής εβραιοπούλας, την περίοδο της Κατοχής. Το ταξίδι της προς την ενηλικίωση περιλαμβάνει γεγονότα, όπως επώδυνους και οριστικούς αποχωρισμούς, καινούριες φιλίες και διάφορα άλλα περιστατικά που αξίζει να ανακαλύψει κανείς στις σελίδες του. Η σκληρότητα, η ασπλαχνία, το αίσθημα της στέρησης, ο πόνος κι η αγωνία παρουσιάζονται μέσα από τα παιδικά μάτια και την αθωότητα. Ακόμη, στις σελίδες του ανακαλύπτουμε τον πολιτισμό, τις γιορτές και τις διατροφικές συνήθειες των Εβραίων.

Η συγγραφέας μας δίνει τη δυνατότητα να πληροφορηθούμε για την ελληνική ιστορία και να αντιληφθούμε τις δυσκολίες του πολέμου.
Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν τρόπο γραφής που σε μεταφέρει σε εκείνη την εποχή σαν να ζεις κι εσύ τα γεγονότα. Τέλος, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Ρεβέκκα δείχνει θαρραλέα, δυνατή και διαθέτει μια νότα αισιοδοξίας για το μέλλον. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σου «διδάσκει» να ξεπερνάς τις δυσκολίες της ζωής και σου κρατάει μια όμορφη συντροφιά, καθώς σε μεταφέρει σε μια άλλη εποχή.
                                                                                              Έλενα Π. Β 5


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Γράφω το δικό μου παραμύθι...Ο Μάικ ο Αναγνωστάκης, η πεντάμορφη βασίλισσα, ο δειλός βασιλιάς κι άλλα πολλά παραμύθια

Στο πλαίσιο προώθησης της φιλαναγνωσίας, οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2, στις 9 Νοεμβρίου 2017, συμμετείχαν σε ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη με θέμα:"Γράφω τη δική μου ιστορία" με εισηγήτρια τη Χριστίνα Ανδρέου, θεατρολόγο και συγγραφέα. Στόχος του προγράμματος είναι η εξοικείωση των παιδιών με τη δημιουργική γραφή και τους κανόνες της. Μέσα από τη συζήτηση, αλλά και τις ηλικιακά προσαρμοσμένες ασκήσεις πάνω στην τέχνη του γραψίματος, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη σύνθετη διαδικασία της συγγραφής. Η προσπάθεια των παιδιών ήταν εξαιρετική. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Ανδρέου. Μερικά από τα παραμύθια μας....
(περιμένω και τα υπόλοιπα ;-) )


Μάικ ο Αναγνωστάκης
Μια φορά κι έναν καιρό  γύρω από ένα τεράστιο και επιβλητικό κάστρο ζούσε σε μια συνοικία μια ομάδα χελωνών που διέφεραν από τις υπόλοιπες. Καθημερινά προπονούνταν ατελείωτες ώρες για να μπορούν να κινούνται και να τρέχουν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο . Τσακώνονταν για το ποια είναι η πιο γρήγορη . Όμως ο Μάικ ήταν εκείνος που έκανε τη διαφορά. Ήταν ο πιο ταχύς από όλους, μια ταλαντούχα χελώνα. Ωστόσο δεν είχε το ίδιο πάθος με τις άλλες χελώνες . Δεν του άρεσαν καθόλου οι αγώνες ούτε το τρέξιμο. Οι υπόλοιπες χελώνες έλεγαν «Αχ βρε Μάικ, αχ βρε Μάικ » και τον κορόιδευαν . Όμως εκείνος δεν απελπιζόταν. Έψαχνε να βρει τι είναι αυτό που θα το έκανε πραγματικά ευτυχισμένο.
Μια μέρα είχε τη φαεινή ιδέα να μπει στο κάστρο. Καμιά άλλη χελώνα δε τολμούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Έκανε μια βόλτα σκεπτικός και ξαφνικά είδε μπροστά του ένα βιβλίο. Γεμάτος περιέργεια το άνοιξε και ήξερε να διαβάζει. Κατάλαβε ότι ήταν ένα βιβλίο με αρχαίους γρίφους . Έτρεξε γρήγορα να φτάσει στη συνοικία των χελωνών. Άρχιζε να φωνάζει «Ξέρω να διαβάζω, ξέρω να διαβάζω». Όλοι τον αγνόησαν και τον περιφρόνησαν λέγοντας «Σιγά  που ξέρεις και να διαβάζεις» . Ο Μάικ πλήρως απογοητευμένος πήγε και κοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα έκανε ακριβώς το ίδιο και πάλι κανείς δεν του έδωσε σημασία. Την τρίτη μέρα έφερε και το βιβλίο μαζί του. «Παιδιά, παιδιά είναι επείγον» φώναξε. Όλες οι χελώνες ήρθαν τρομοκρατημένες . Τότε ο Μάικ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο με τους γρίφους . Όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα  «Μα πώς! Μα πώς!». Τα εύσημα και τα χειροκροτήματα ήταν ασταμάτητα.
Μετά από αυτό κανείς δεν κορόιδεψε το Μάικ, επειδή ήταν διαφορετικός . Ακόμη του έδωσαν κι ένα παρατσούκλι «Μάικ ο Αναγνωστάκης»  κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Γεράσιμος Κ.

Η πεντάμορφη βασίλισσα
          Μια φορά κι έναν καιρό. Τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε ένα τεράστιο και όμορφο παλάτι ζούσε μια πεντάμορφη βασίλισσα η οποία ήταν πολύ ευγενική και γενναιόδωρη με όλο τον κόσμο. Όμως στο παλάτι ζούσε και μια κακιά υπηρέτρια που μισούσε τη βασίλισσα και ήθελε να την ξεφορτωθεί, ώστε να πάρει τη θέση της. Έτσι, λοιπόν, η υπηρέτρια σκέφτηκε πολλά καταχθόνια σχέδια. Τελικά κατέληξε στο πιο φοβερό. Σκέφτηκε να πάρει έναν μαγικό καθρέφτη ο οποίος θα ρουφούσε τη βασίλισσα. Πήρε τον καθρέφτη και τον έβαλε στο δωμάτιο της βασίλισσας. Μόλις εκείνη μπήκε μέσα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τη ρούφηξε. Το σχέδιο της υπηρέτριας φάνηκε να πετυχαίνει. Η καλή ψυχή και η καλή καρδιά, όμως της βασίλισσας έσπασαν τον καθρέφτη και ελευθερώθηκε. Η υπηρέτρια απογοητεύτηκε πάρα πολύ. Η βασίλισσα, όμως, την παρηγόρησε, παρόλο που εκείνη προσπάθησε να την ξεφορτωθεί και της είπε πως θα είναι η καλύτερή της φίλη. Τότε η υπηρέτρια ένιωσε κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ. ΧΑΡΑ! Από τότε η βασίλισσα κι η υπηρέτρια έγιναν οι καλύτερες φίλες. Κι έζησαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα
  Γιάννης Κ. 

Ο ΔΕΙΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
           Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολύ μακρινή χώρα ζούσε ένα πριγκιπόπουλο. Μια ημέρα ο πατέρας του, του ανακοίνωσε πως θα γινόταν η τελετή, για να πάρει την βασιλεία. Την επόμενη ημέρα της τελετής, ο νέος πλέον βασιλιάς που ήταν πολύ δειλός, ζήτησε από τον πατέρα του να πάει ένα ταξίδι. Ήθελε λέει να σκεφτεί. Έτσι, λοιπόν, πήρε το φτερωτό του άλογο και πήγε… στη ζούγκλα για λίγες μέρες. Περπατούσε με τις ώρες, ώσπου κάποια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Το άλογό του τρόμαξε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε μέσα από τα φύλλα ένα μικρό ξωτικό. Ο βασιλιάς έπαψε να σκέφτεται πλέον για το βασίλειο και άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να γυρίσει πίσω. Το ξωτικό με νοήματα οδήγησε τον δειλό βασιλιά σε ένα καλυβάκι. Μόλις φτάσανε του άνοιξε η όρεξη. Έψαξε αλλά δεν βρήκε τίποτα για να φάει. Έμεινε στην ζούγκλα για χρόνια μαζί με το ξωτικό. Έμαθε να σφάζει ζώα και να κόβει ξύλα, ώστε να εξασφαλίσει τις ανάγκες του για τροφή και ζεστασιά. Πότε δεν πίστευε πως θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τα πλούτη του. Ωστόσο τα κατάφερε. Νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα στη ζούγκλα. Μια μέρα όμως όλα ανατράπηκαν. Εκεί που άνοιγε τα ντουλάπια της καλύβας ώστε να βρει χώρο να βάλει το κρέας που είχε σφάξει εκείνη την ημέρα, βρήκε ένα κουτί. Το κουτί έγραφε επάνω: ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΖΑΧΑΡΩΤΑ. Ο δειλός βασιλιάς ήταν τόσο χαρούμενος που θα έτρωγε μετά από χρόνια κάποιο γλυκό. Όταν άνοιξε το κουτί απογοητεύτηκε. Αμέσως όμως το χαμόγελο εμφανίστηκε πάλι στα χείλη του. Το περιεχόμενο του ήταν….ένα κινητό τηλέφωνο. Με ένα περίεργο τρόπο το κινητό είχε σήμα μέσα στη ζούγκλα. Πήρε κατευθείαν τηλέφωνο στο παλάτι του και το σήκωσε ο μπάτλερ του. Τότε ο βασιλιάς του είπε να στείλει ανθρώπους να τον πάρουν από τη ζούγκλα. Σε δύο μόλις μέρες ο βασιλιάς βρισκόταν, μετά από χρόνια, στο παλάτι. Αυτό φυσικά συνέβη επειδή δεν τα παράτησε ποτέ και είχε ελπίδες μέχρι το τέλος. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! 
                                                                                             Κωνσταντίνα Μ.

                                             «Ο φαταούλας σεφ»
     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φαταούλας σεφ. Αυτός ο σεφ ήταν έξυπνος, είχε ανεπτυγμένο λεξιλόγιο, ήταν ψηλός και μαγείρευε υπέροχα. Παρόλ’ αυτά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έτρωγε ακατάπαυστα! Όποιο φαγητό κι αν έφτιαχνε, το έτρωγε (αφού ήταν τόσο νόστιμο)!
     Δυστυχώς, μια μέρα καθώς μαγείρευε στην κουζίνα του εστιατορίου του, που λεγόταν «κουφάλα του δέντρου», ακούστηκε ένα τεράστιο φύσημα. Το φύσημα όλο και δυνάμωνε, δυνάμωνε, ώσπου ξαφνικά ο ένας τοίχος του εστιατορίου κατέρρευσε. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα μια γιγαντιαία ηλεκτρική σκούπα που αναφωνούσε «ρουφάω, ρουφάω»!
   Ο φαταούλας σεφ φοβόταν για τα φαγητά (και όχι για τους πελάτες) του τα οποία πλησίαζε όλο και περισσότερο η ηλεκτρική σκούπα. Οι πιατέλες με τα μακαρόνια αναποδογύρισαν, τα κεφτεδάκια έπεσαν στο πάτωμα, οι σαλάτες γέμισαν λάδια όλη την κουζίνα και τα ταρτάκια εκτινάχτηκαν στα πρόσωπα των πελατών. Ο φαταούλας σεφ μέσα σε δευτερόλεπτα, με επιδέξιες κινήσεις ανέβηκε πάνω στην τεράστια ηλεκτρική σκούπα και πάτησε το κουμπί, για να κλείσει. Έτσι δεν καταστράφηκε περισσότερο το εστιατόριο και δεν χάθηκαν άλλα φαγητά και οι πελάτες.
    Τελικά, ο γίγαντας του διπλανού βασιλείου είχε ξεχάσει να κλείσει την ηλεκτρική σκούπα, η οποία είχε αφηνιάσει.
   Όμως χάρη στο γενναίο και φαταούλα σεφ, «η κουφάλα του δέντρου» (καθώς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος) σώθηκε. « Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!» 
Μάριος Κ.