Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς-Μαρούλα Κλιάφα: Βιβλιοπαρουσιάσεις μαθητών/ριών

Το μυθιστόρημα «Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς» γράφτηκε από τη Μαρούλα Κλιάφα και απευθύνεται κυρίως σε εφήβους. Εκδόθηκε το 2003.
Οι ηρωίδες είναι δύο δεκαπεντάχρονα κορίτσια, η Βερόνικα και η Ελένη, που ζουν σε τελείως διαφορετικά σπίτια, κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες. Όμως υπάρχει κάτι κοινό μεταξύ τους: τα προβλήματα που έχουν με τον κόσμο γύρω τους.

Η σχέση τους δημιουργείται ξαφνικά από μια αγγελία σε μια εφημερίδα. Η Βερόνικα βλέποντας την αγγελία, σπεύδει να απαντήσει, καθώς θέλει να αναπτύξει φιλικές σχέσεις με κάποιον που δε θα της φερθεί άσχημα επειδή είναι Αλβανίδα.
Τα δύο κορίτσια ξεκινούν να στέλνουν επιστολές η μία στην άλλη, εξομολογώντας τη συμπεριφορά που τους δείχνουν οι γύρω τους, για τα προβλήματα και τα επιτεύγματά τους στο σχολείο και στον αθλητισμό και για τα ερωτικά τους. Ακόμα μιλούν για τις πεποιθήσεις τους, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις τους και τις αναμνήσεις του παρελθόντος.
Αναπάντεχα η σχέση τους κλονίζεται και ενδέχεται να μην ανταλλάξουν ξανά γράμματα, εξαιτίας ενός άσχημου γεγονότος. Η αλήθεια αποκαλύπτεται. Έχει, όμως, επιπτώσεις σε αυτήν τη φιλία;
Είναι ένα πανέμορφο βιβλίο γεμάτο ιστορίες από την καθημερινότητα και ανατρεπτικό τέλος. Σας συστήνω να το διαβάσετε οπωσδήποτε!-                
                                                                                    Μάριος Κ.



Στο βιβλίο «ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς» περιγράφεται η δημιουργία μιας δυνατής φιλίας που προέκυψε από τις επιστολές που ανταλλάσσουν δυο κοπέλες, η Βερόνικα και η Ελένη. Η Βερόνικα έρχεται απ’ την Αλβανία και μένει μόνιμα στην Ελλάδα με την οικογένεια της. Η ζωή της όμως δεν είναι τόσο ομαλή. Όλη η οικογένεια αντιμετωπίζει προβλήματα ρατσισμού, προκατάληψης και απόρριψης λόγω καταγωγής της. Αντίθετα, η Ελένη περιγράφει στη Βερόνικα την υποτιθέμενη ονειρική ζωή της με πολλούς φίλους, μεγάλο σπίτι και ανέσεις. Τα δύο κορίτσια αφηγούνται τις εμπειρίες τους, αλληλοσυμπαραστέκονται η μία στην άλλη και «χτίζουν»  μια αληθινή φιλία. 

Ωστόσο, μια αποκάλυψη ενός μυστικού αλλάζει τα δεδομένα. Ενός μυστικού που θα μπορούσε να καταστρέψει ότι είχαν «χτίσει» σε τόσους μήνες. Πρόκειται για ένα άκρως ενδιαφέρον και συγκινητικό βιβλίο που περνάει πολλά μηνύματα. Προβάλλονται προβλήματα ρατσισμού που ακόμη βιώνουν παιδιά στις μέρες μας. Ακόμη με εύστοχο τρόπο παρουσιάζονται τα έντονα συναισθήματα των κοριτσιών που αγγίζουν τον αναγνώστη αλλά και γεγονότα που συναρπάζουν και ξαφνιάζουν. Επίσης δίνεται βαρύτητα στη δύναμη της φιλίας  που μπορεί να αναπτυχθεί όταν υπάρχει στοργή κατανόηση και συμπαράσταση. Θεωρώ ότι ένα επιπλέον στοιχείο του βιβλίου που μπορεί να κεντρίσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι οι επιστολές. Ένας τρόπος γραφής που δεν συναντάμε συχνά. Επιπρόσθετα πιστεύω ότι ο τίτλος είναι πολύ πρωτότυπος και αντιπροσωπεύει πλήρως το περιεχόμενο του βιβλίου.  Μέσα σε όλα αυτά τα θετικά πιστεύω το μόνο αρνητικό του βιβλίου είναι το τέλος. Είναι δυσάρεστο και κάπως απότομο. Θα μπορούσε να συνεχιστεί αυτή η ιστορία ή να τελείωνε διαφορετικά. Παρόλα αυτά είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει κανείς.

Γεράσιμος Κ.

Στο βιβλίο αυτό περιγράφεται η ιστορία δύο κοριτσιών, που αρχίζουν να αλληλογραφούν. Μέσα από αυτό δημιουργείται μια στενή φιλία ανάμεσα στην Ελένη και τη Βερόνικα. Η Βερόνικα είναι από την Αλβανία, αλλά ζει στα Τρίκαλα. Βιώνει πολλά προβλήματα, καθώς η οικογένειά της προσπαθεί να προσαρμοστεί σε ένα καινούργιο περιβάλλον. Εξαιτίας ενός οικονομικού προβλήματος γίνεται μια μετακόμιση της οικογένειας, η οποία τους φέρνει αντιμέτωπους με το ρατσισμό. Η Βερόνικα, παρά τα προβλήματα που έχει , ονειρεύεται κάποτε να σπουδάσει. 

Η Ελένη ζει στην Αθήνα και ασχολείται με τον αθλητισμό, συμμετέχοντας σε πρωταθλήματα. Καθώς είναι μοναχοπαίδι οι γονείς της δεν της χαλάνε κανένα χατίρι. Της επιτρέπουν να βγαίνει και να διασκεδάζει με τους φίλους της. Όπως βλέπουμε η οικογένειά της δεν έχει κανένα πρόβλημα, το μόνο πρόβλημα που απασχολεί την Ελένη είναι τα αγόρια. Επί οκτώ μήνες τα κορίτσια αλληλογραφούν λέγοντας τα μυστικά και τα όνειρά τους. Όμως όλα αυτά ανατρέπονται από διάφορα ψέματα. Μια πικρή αλήθεια κλονίζει τη σχέση τους, αλλά το μυστικό αυτό δεν στάθηκε ικανό να χαλάσει τη φιλία τους. Πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει να διαβάσετε.
                                                                                              Παναγιώτα Κ
Μέσα από μια αγγελία αλλάζει η ζωή δύο κοριτσιών, της Ελένης και της Βερόνικας. Γίνονται φίλες κολλητές, μοιράζονται τις σκέψεις τους, ανταλλάσσουν απόψεις και λένε τα μυστικά τους η μια στην άλλη. Μπορεί ένα όμως μυστικό να διαλύσει μια φιλία ; 

Είναι ένα μυθιστόρημα που μου άρεσε πάρα πολύ: πρώτον για τη δομή και τον τρόπο που είναι γραμμένο και δεύτερον για την πλοκή του. Επίσης, παρουσιάζει τα ρατσιστικά φαινόμενα στην καθημερινή ζωή των ηρώων και σημαντικά μηνύματα φιλίας. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσει ο καθένας μας.
                                                                                              Χρήστος Κ.

Το λογοτεχνικό βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα αναφέρεται σε δύο κορίτσια, την Ελένη και την Βερόνικα που αλληλογραφούσαν. Μέσα από την αλληλογραφία τα κορίτσια μιλούσαν για την καθημερινότητά τους και για το τι τα απασχολούσε. Τα δύο κορίτσια ήταν πολύ καλές φίλες και συνέχεια αλληλογραφούσαν. 

Το κείμενο έχει πολύ ωραίο λεξιλόγιο, έχει πολλούς διαλόγους και επίσης και πάρα πολλά ευχάριστα, αλλά και λυπητερά, γεγονότα. Πιστεύω πως αξίζει να το διαβάσετε, γιατί η συγγραφέας χρησιμοποιεί μεγάλες προτάσεις για να μας γεμίσει συναισθήματα και προβληματισμό. Το τέλος του βιβλίου είναι ανατρεπτικό και συγκινητικό, γιατί "ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς". 
                                                                                                                                            Γιώργος Κ.

Το λογοτεχνικό βιβλίο "Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς " της συγγραφέως " Μαρούλας Κλιάφα" είναι ένα υπέροχο και φανταστικό βιβλίο που εξιστορεί την ζωή δύο δεκαπεντάχρονων κοριτσιών που γνωρίστηκαν μέσα από αλληλογραφία περιγράφοντας την καθημερινή τους ζωή.
Με λίγα λόγια η Βερόνικα μεταναστεύει στην Ελλάδα μετά από τις τραυματικές τις εμπειρίες στην Αλβανία, ενώ η Ελένη ζει σε ένα τέλειο σπίτι μαζί με τους γονείς της και τίποτα δεν εμποδίζει την ζωή της. Όμως ένα μεγάλο μυστικό απομακρύνει τις σχέσεις των δύο κοριτσιών.

 Το βιβλίο έχει καταπληκτικό περιεχόμενο και σου περνά μία αγωνία για το τι θα γίνει στο τέλος. Σε κάθε αλληλογραφία η συγγραφέας μας βάζει στην θέση του πρωταγωνιστή. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να το διαβάσετε πιστέψτε με δεν θα απογοητευτείτε!!
                                                                                                          Από Άρτεμις Κ.


Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα-Μαρούλα Κλιάφα

Οι μαθητές/ριες του Β1 και Β5 οπτικοποιούν εικόνες από το βιβλίο "Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα" της Μαρούλας Κλιάφα. 

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα-Μαρούλα Κλιάφα by Slidely Slideshow

Η συγκλονιστική ιστορία πίσω από το «Dance me to the end of Love» 

Αυτό το τραγούδι είναι η φρίκη της απαίτησης να παίζουν μουσική, οι ίδιοι οι μελλοθάνατοι, στους διαδρόμους των στρατοπέδων, την ώρα που οι άλλοι περνούσαν μπροστά τους στην ουρά του Άουσβιτς, του Νταχάου, από την ουρά της φρίκης, πηγαίνοντας να θανατωθούν και να καούν στα κρεματόρια. Είναι όλα τα τελευταία βλέμματα που κοίταξαν τον κάθε  Εβραίο μουσικό και το «φλεγόμενο βιολί» του, με την ιστορία ζωής, πόνου, που κουβαλούσε το καθένα απ’ αυτά, την ώρα που εκείνοι βάδιζαν προς το θάνατο, και την ίδια ώρα που οι ναζί υποχρέωναν το συγκρατούμενό τους μουσικό να παίζει κλασική μουσική στους διαδρόμους αυτής της γήινης κόλασης.
Γιατί το «Dance me to the end of love» δεν είναι ένας χορός ως το τέλος της αγάπης, αλλά ένας χορός ως το τέλος της ύπαρξης, που εφορμώντας από τη γενεσιουργό πηγή του πάθους για τη ζωή, μπορεί εντέλει να αγκαλιάζει σφιχτά συμπαρασύροντας ως το θάνατο ακόμα και την ίδια την αγάπη. Γι’ αυτό ενώ είναι ένα τραγούδι που γεννήθηκε από το θάνατο, μπορεί να αγκαλιάζει, να δονεί τον έρωτα και τη ζωή…

(Για να τη διαβάσετε περισσότερα κλικ στον σύνδεσμο που ακολουθεί)

https://goo.gl/gbKvn6

Παίζοντας με τον τίτλο..."Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα"-Μαρούλα Κλιάφα


                                                                                                                          Μαρίσα Γ.

                                                                                                  Ευάνθης Ρ.

  • Μια καινούρια ζωή για τη Ρεβέκκα
  • Μια νέα αρχή για τη Ρεβέκκα
  • Οι νότες του πολέμου
  • Οι νότες της ζωής
  • Η απουσία μιας νότας...
  • Ο πόλεμος μέσα από τα μάτια της αθωότητας
  • Στα χρόνια της Κατοχής
  • Μια ελπίδα ξεπροβάλλει...
  • Όταν η ελπίδα ξεπροβάλλει...
  • Η ιστορία της Ρεβέκκας
  • Η "πολύχρωμη" ζωή της Ρεβέκκας
  • Πό-λε-μος και Κα-το-χή

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα: Ένα πρόσωπο που τράβηξε την προσοχή μου...


Εντύπωση μου έκανε η μαμά της Ρεβέκκας, γιατί παρόλο που ζει δύσκολες καταστάσεις παραμένει ψύχραιμη (τις περισσότερες φορές) και προτείνει λύσεις για πολλά προβλήματα. Ακόμη, βρίσκεται πάντα κοντά στα παιδιά της. Παρουσιάζεται μέσα από τα λόγια της Ρεβέκκας στοργική, ήρεμη κι έξυπνη. Προσπαθεί να κρατήσεις την οικογένειά της ενωμένη και εξαφανίζει εντάσεις και διαφωνίες με τον δικό της γλυκό τρόπο. Το γεγονός ότι προσπαθεί με κάθε τρόπο να προστατέψει τα παιδιά της φαίνεται και στο τέλος του βιβλίου. Στο χωριό που βρισκόταν, ο Οβαδίας ο μικρός αδερφός της Ρεβέκκας αρρώστησε και επειδή δεν υπήρχε ιατρείο στο χωριό, η μητέρα αποφάσισε να τον πάει στην πόλη....μέχρι και το τελευταίο λεπτό προσπάθησε με κάθε τρόπο να σώσει τον γιο της.
Κωνσταντίνα Γ & Αναστασία Β

Το πρόσωπο που μου τράβηξε την προσοχή για τον (άσχημο) χαρακτήρα του είναι ο κύριος Εμμανουήλ, ο ανιψιός του παππού Χριστόφορο, που πρόδωσε την πατρίδα του κι έλεγε ότι δεν είναι Έλληνας αλλά αγωνιστής στο πλευρό των Ιταλών και των Γερμανών. Πρόκειται για έναν καιροσκόπο. Μάλιστα με προβλημάτισε και με στενοχώρησε το γεγονός ότι χαιρέτισε τους Γερμανούς λέγοντας «Χάι Χίτλερ!»
                                                                 Αλεξάνδρα Δ. Β1

Το πρόσωπο που μου τράβηξε την προσοχή ήταν ο Οβαδίας, ο αδερφός της Ρεβέκκας. Μου έκανε εντύπωση που μπήκε στο δωμάτιό της φωνάζοντας "Πό-λε-μος" σαν να ήταν κάτι ευχάριστω. Λόγω της ηλικίας του δεν ήξερε τι σημαίνει πόλεμος και τον αντιμετώπιζε σαν παιχνίδι. 
                                                                                  Μάριος Π.


Ο Αντρίκος είναι ένα αγόρι με πολύ δυναμικό χαρακτήρα και αυτοπεποίθηση. Παρόλο τον έρωτά του με τη Ρεβέκκα, αποφασίζει να υπηρετήσει στο ανταρτικό μόλις από την εφηβική του ηλικία. Από αυτή του την πράξη φαίνεται ο αυθορμητισμός του αλλά και η επιπολαιότητά του ταυτόχρονα. Επίσης, έγινε για ένα χρονικό διάστημα μέλος μιας εφηβικής αντιστασιακής οργάνωσης, της Ε.Π.Ο.Ν., όπου πέρασε άλλοτε καταπληκτικές και άλλοτε υπερβολικά τρομακτικές εμπειρίες. Επιπλέον, από τότε που αποφάσισε να ανέβει στα βουνά, παρόλο την αντίθετη άποψη της Ρεβέκκας, έχασε κάθε επαφή μαζί της. Πιστεύω είναι ένα αρκετά σημαντικό πρόσωπο που με την συνέχεια του έργου όλο και εξαφανίζεται.   
                                                                           Γιώργος Σ. 
                                                                                 


Ένα διαφορετικό τέλος για τη Ρεβέκκα...

Αφού η Ρεβέκκα έμαθε από τον μαστρο –Γιάννη ότι ο πόλεμος τελείωσε, δανείστηκε το ποδήλατό του και πήγε στο σπίτι των παππούδων της. Εκεί τους βρήκε όλους συγκεντρωμένους σε ένα κλίμα αισιοδοξίας με γέλια, φωνές κι αγκαλιές. Τότε κι εκείνη άφησε πίσω της όλες τις δύσκολες στιγμές και τις στενοχώριες και χάρηκε μαζί τους. Ξαφνικά γύρισε το κεφάλι της και στην κουζίνα του σπιτιού είδε τη μητέρα της και τν αδερφό της, τον Οβαδία να την κοιτάνε γεμάτοι συγκίνηση. Έτρεξε στην αγκαλιά τους και τους ρώτησε πώς κατάφεραν κι επέστρεψαν. Τότε η μητέρα της είπε: «Ελευθερωθήκαμε χάρη στον κύριο Εμμανουήλ, τον ανιψιό του παππού Χριστόφορου, ο οποίος μας είδε ότι ήμασταν ανάμεσα στους αιχμαλώτους, στενοχωρήθηκε που είχε προδώσει την οικογένειά του και μας είπε ότι το λιγότερο που μπορούσε να κάνει είναι να μας βοηθήσει να βγούμε από τη δύσκολη κατάσταση. Γι’ αυτό λοιπόν είπε στους Γερμανούς ότι είμαστε δικοί του άνθρωποι. Μάλιστα είπε ψέματα ότι δεν είμαστε Εβραίοι και δεν είναι σωστό να μας φέρονται έτσι». Η Ρεβέκκα έκλαιγε από συγκίνηση. Επιτέλους ήταν ξανά όλοι μαζί! 

          Στη συνέχεια, η γιαγιά έδωσε ένα γράμμα στη Ρεβέκκα και της είπε ότι το έδωσε ένας νεαρός στο χωριό. Εκείνη το άνοιξε και αφού είδε ότι ήταν μια χειρόγραφη παρτιτούρα από τον Κωνσταντίνο, πήρε το ποδήλατο και πήγε στο πατρικό της σπίτι το οποίο ήταν άδειο. Μόνο το πιάνο υπήρχε κι έτσι η Ρεβέκκα άρχισε να παίζει τη μπαλάντα. Προς το τέλος της μελωδίας παρατήρησε ότι μια νότα του πιάνου ήταν χαλασμένη... Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην πόρτα ο Κωνσταντής που με ένα πλατύ χαμόγελο της είπε ότι και χωρίς τη νότα τη μπαλάντα την έπαιζε εξαιρετικά. Εκείνη τη στιγμή η Ρεβέκκα αποφάσισε να αφήσει πίσω της όλες τις δυσκολίες και να συνεχίσει τη ζωή της.
                                                                   Αλεξάνδρα Δ.  Β1

          Η Ρεβέκκα βγαίνει από τη σοφίτα. Το λαμπερό φως του ήλιου την τυφλώνει Κατεβαίνει τη μικρή σκαλίτσα του μύλου και πατάει πάνω στο γρασίδι. Αν και ήθελε να μάθει πού ήταν όλοι, βαθιά μέσα της φοβόταν. Ένα μεγάλο κομμάτι, όμως, είχε πάψει να νοιάζεται για το τι θα γίνει. Είχε στερηθεί τόσα πολλά που απλά ήθελα να ζήσει. Ακόμα κι αν κινδύνευε. Προχωρά ως την άκρη του δρόμου ξυπόλητη και κοντοστέκεται στην ερημιά... στη συνέχεια αποφασίζει να προχωρήσει. Τα βήματά της την οδηγούν στην κεντρική πλατεία από την οποία ακούγονται φωνές. Όλοι είχαν μαζευτεί στην πλατεία, χόρευαν, γελούσαν και τραγουδούσαν. Στη μέση της πλατείας ήταν υψωμένη η ελληνική σημαία. Αμέσως η Ρεβέκκα έτρεξε στο σπίτι των παππούδων της. Χτύπησε το κουδούνι. Η πόρτα άνοιξε και τότε αντίκρισε όλους τους συγγενείς της να γελούν και να τραγουδούν. Από το βάθος άκουσε μια κραυγή «Ρεβέκκα! Ρεβέκκα»! Γύρισε κι είδε τον Οβαδία. Η Ρεβέκκα τα ‘χασε. Έτρεξε και τον πήρε αγκαλιά. Οι δύσκολες στιγμές είχαν πια περάσει.
                                                                     Αναστασία Β. Β 1

          Η Ρεβέκκα αφού έπαιξε την μπαλάντα που της είχε γράψει ο Κωνσταντής, άκουσε δυνατές φωνές χαράς έξω από το πατρικό της. Έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο κατώφλι της εξώπορτας και αντίκρισε τους παππούδες της, μαζί με τη μητέρα της, τον πατέρα της,  τον Οβαδία και όλους τους φίλους της χριστιανούς κι εβραίους. Μαζί τους ήταν και η Αύρα, η καλή της φίλη που μόλις την είδε, έτρεξε στην αγκαλιά της. Τότε πίσω της άκουσε δυο γνώριμες αγορίστικες φωνές να συζητούν. Γύρισε ξαφνιασμένη και είδε τον Κωνσταντή με τον Αντρίκο να την κοιτάζουν με χαρά. Τους χαιρέτισε και τους αγκάλιασε όλους.

          Στη συνέχεια πήρε το ποδήλατό της και χωρίς λόγια έδωσε ένα πεταχτό φιλί στη μαμά της κι έφυγε προς το βουνό. Την ακολούθησαν ο Κωνσταντής κι ο Αντρίκος...
          Μόλις έφτασε στο βουνό, άφησε το ποδήλατό της και ξάπλωσε στη σκιά μιας βελανιδιάς. Τα αγόρια κάθισαν δίπλα της. Της εξήγησαν πως γνωρίζονταν από παλιά, καθώς ήταν μακρινά ξαδέρφια. Η Ρεβέκκα έμεινε άφωνη. Ο καθένας της εξέφρασε τα συναισθήματά του και η Ρεβέκκα δεν έβγαλε μιλιά. Η Ρεβέκκα ήξερε πως ο ένας από αυτούς θα μπορούσε να είναι μόνο φίλος, ενώ ο άλλος ο αγαπημένος της. Σηκώθηκε, έτρεξε κι έπεσε στην αγκαλιά του και του ψιθύρισε «Επιλέγω να είμαι μαζί σου».                 
                                                                Κωνσταντίνα Γ. Β 1

          «Η Ελένη...» Προφέρει το όνομα με δυσκολία, λες κι οι συλλαβές έχουν μπλεχτεί στο λαρύγγι του. Βήχει νευρικά και κατευθύνεται προς τον τοίχο, όπου κρέμεται το πορτρέτο του μακεδονομάχου θείου του.. Το κατεβάζει και στον τοίχο εμφανίζεται έν μυστικό χρηματοκιβώτιο. Ο παππούς σχηματίζει κάποιους αριθμούς και ύστερα γυρίζει το πόμολο. Αμέσως βγάζει το μαργαριταρένιο περιδέραιο της γιαγιάς. Μα προς τι αυτή η κίνηση; Το πολύτιμο αυτό κόσμημα είχε συναισθηματική αξία. Ήταν τόσο μοναδικό όσο κι ακριβό. Πάνω απ’ όλα, όμως, έβαζε τη ζωή της μητέρας. Αν οι Γερμανοί βρουν Εβραίους στα σπίτια, τους φορτώνουν στα καμιόνια υπογράφοντας έτσι την καταδίκη τους. Φυσικά κάποιοι πληρώνουν λύτρα για να συνεχίσουν το ταξίδι της ζωής... Για το καλό, λοιπόν, της μαμάς και του αδερφού μου, ο δωσίλογος  Εμμανουήλ προσφέρθηκε να μας βοηθήσει προτείνοντας σε έναν γερμανό αξιωματούχο την ανταλλαγή: το μαργαριταρένιο κολιέ με τη ζωή της μαμάς και του αδερφού μου.... Έτσι, την ημέρα λήξης του πολέμου η μαμά κι ο Οβαδίας ήταν στο σπίτι σώοι.
Από τότε, κάθε φορά που θυμόμαστε ιστορίες από την κατοχή, προτιμούμε να τις κρατάμε για τον εαυτό μας. Μα θα έρθει κάποτε η μέρα που τα παιδιά μου θα με ρωτάνε: «Μαμά, θυμάσαι να μας πεις κάτι από την περίοδο της Κατοχής;»

                                                                 Έλενα Π.  Β 5

Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα: Βιβλιοπαρουσιάσεις μαθητών/ριων

Στο βιβλίο «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα» της Μαρούλας Κλιάφα περιγράφονται τα γεγονότα της Κατοχής μέσα από τα μάτια ενός παιδιού, της Ρεβέκκας. Το βιβλίο πρωτοεκδόθηκε τον Μάρτιο του 2011.        

          Η Ρεβέκκα, μια νεαρή εβραιοπούλα χάνει την πρώτη μέρα του πολέμου εξαιτίας της αμυγδαλίτιδας. Αυτό το γεγονός την κάνει να πάρει την απόφαση να είναι παρούσα σε όλες τις μεγάλες στιγμές που έρχονται. Η Ρεβέκκα πολλά συνταρακτικά γεγονότα που σημαδεύουν την εφηβεία της. Η ηρωίδα παρά τα δυσάρεστα γεγονότα που έζησε, στέκεται στα πόδια της δημιουργώντας καινούριες φιλίες, κάνοντας όνειρα και συμμετέχοντας ενεργά σε διαδηλώσεις γράφοντας συνθήματα με τα άλλα μέλη της αντιστασιακής ομάδας. Όλες αυτές οι δυσκολίες που περνά την κάνουν πιο ώριμη και της δίνουν κουράγιο και δύναμη να κάνει μια νέα αρχή μετά το τέλος του πολέμου.
Η συγγραφέας με το να προσθέσει ιστορικά γεγονότα στο βιβλίο μας δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουμε με έναν διαφορετικό τρόπο εκείνη την περίοδο. Επίσης, πληροφορηθήκαμε για τις γιορτές, τον πολιτισμό και τις διατροφικές συνήθειες των Εβραίων.
          Ο λόγος είναι άμεσος και σου δίνει την εντύπωση ότι τα γεγονότα διαδραματίζονται μπροστά σου. Η περιγραφή των γεγονότων είναι αρκετά λεπτομερής, δίνοντας συγχρόνως πολλά ιστορικά στοιχεία. Τα επίθετα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας δημιουργούν πολλές εικόνες στο μυαλό των αναγνωστών. Η χρήση του διαλόγου κάνει το κείμενο πιο ζωντανό και παραστατικό. Η ιστορία είναι πλούσια σε πλοκή, συναισθήματα και διδάγματα που αποκλείεται να μη σε συγκινήσει. Μέσα από τις σελίδες του βιβλίου ταξιδεύεις σε εκείνη την εποχή, αφήνοντας πίσω την καθημερινότητά σου.
                                                                                          Ιωάννα Χ. Β 5
         
Στο βιβλίο αυτό πρωταγωνίστρια είναι η Ρεβέκκα, μια νεαρή εβραιοπούλα που ζει με την οικογένειά της την περίοδο της Κατοχής. Το βιβλίο δεν περιγράφει μόνο την κατοχή και τη σκληρότητα του πολέμου μέσα από τα παιδικά μάτια μιας έφηβης κοπέλας. Συγκρίνει τη ζωή της Ρεβέκκας πριν και κατά τη διάρκεια του πολέμου και μας δείχνει την πορεία της προς την ενηλικίωση. Φιλίες, συνθήματα, αποχαιρετισμοί και πρώτοι έρωτες σε καθηλώνουν σε αυτό το βιβλίο.
          Αν και θα προτιμούσα ένα διαφορετικό τέλος, με εντυπωσίασε η δύναμη και η υπομονή της Ρεβέκκας, καθώς και η αισιοδοξία της για το μέλλον. Το ίδιο συναρπαστικό είναι και το θάρρος που έχουν τα παιδιά να γράφουν συνθήματα και να αντιστέκονται για το καλό της πατρίδας τους. Είναι ένα βιβλίο που αξίζει κανείς να διαβάσει.                               
                                                                                             Ναταλία Τ. Β 5
         





Στο βιβλίο «Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα» περιγράφονται μερικά στοιχεία της καθημερινότητας της Ρεβέκκας, μιας νεαρής εβραιοπούλας, την περίοδο της Κατοχής. Το ταξίδι της προς την ενηλικίωση περιλαμβάνει γεγονότα, όπως επώδυνους και οριστικούς αποχωρισμούς, καινούριες φιλίες και διάφορα άλλα περιστατικά που αξίζει να ανακαλύψει κανείς στις σελίδες του. Η σκληρότητα, η ασπλαχνία, το αίσθημα της στέρησης, ο πόνος κι η αγωνία παρουσιάζονται μέσα από τα παιδικά μάτια και την αθωότητα. Ακόμη, στις σελίδες του ανακαλύπτουμε τον πολιτισμό, τις γιορτές και τις διατροφικές συνήθειες των Εβραίων.

Η συγγραφέας μας δίνει τη δυνατότητα να πληροφορηθούμε για την ελληνική ιστορία και να αντιληφθούμε τις δυσκολίες του πολέμου.
Κατά τη γνώμη μου, η συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν τρόπο γραφής που σε μεταφέρει σε εκείνη την εποχή σαν να ζεις κι εσύ τα γεγονότα. Τέλος, κάτι που μου κίνησε το ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι η Ρεβέκκα δείχνει θαρραλέα, δυνατή και διαθέτει μια νότα αισιοδοξίας για το μέλλον. Πρόκειται για ένα βιβλίο που σου «διδάσκει» να ξεπερνάς τις δυσκολίες της ζωής και σου κρατάει μια όμορφη συντροφιά, καθώς σε μεταφέρει σε μια άλλη εποχή.
                                                                                              Έλενα Π. Β 5


Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Γράφω το δικό μου παραμύθι...Ο Μάικ ο Αναγνωστάκης, η πεντάμορφη βασίλισσα, ο δειλός βασιλιάς κι άλλα πολλά παραμύθια

Στο πλαίσιο προώθησης της φιλαναγνωσίας, οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2, στις 9 Νοεμβρίου 2017, συμμετείχαν σε ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη με θέμα:"Γράφω τη δική μου ιστορία" με εισηγήτρια τη Χριστίνα Ανδρέου, θεατρολόγο και συγγραφέα. Στόχος του προγράμματος είναι η εξοικείωση των παιδιών με τη δημιουργική γραφή και τους κανόνες της. Μέσα από τη συζήτηση, αλλά και τις ηλικιακά προσαρμοσμένες ασκήσεις πάνω στην τέχνη του γραψίματος, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη σύνθετη διαδικασία της συγγραφής. Η προσπάθεια των παιδιών ήταν εξαιρετική. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Ανδρέου. Μερικά από τα παραμύθια μας....
(περιμένω και τα υπόλοιπα ;-) )


Μάικ ο Αναγνωστάκης
Μια φορά κι έναν καιρό  γύρω από ένα τεράστιο και επιβλητικό κάστρο ζούσε σε μια συνοικία μια ομάδα χελωνών που διέφεραν από τις υπόλοιπες. Καθημερινά προπονούνταν ατελείωτες ώρες για να μπορούν να κινούνται και να τρέχουν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο . Τσακώνονταν για το ποια είναι η πιο γρήγορη . Όμως ο Μάικ ήταν εκείνος που έκανε τη διαφορά. Ήταν ο πιο ταχύς από όλους, μια ταλαντούχα χελώνα. Ωστόσο δεν είχε το ίδιο πάθος με τις άλλες χελώνες . Δεν του άρεσαν καθόλου οι αγώνες ούτε το τρέξιμο. Οι υπόλοιπες χελώνες έλεγαν «Αχ βρε Μάικ, αχ βρε Μάικ » και τον κορόιδευαν . Όμως εκείνος δεν απελπιζόταν. Έψαχνε να βρει τι είναι αυτό που θα το έκανε πραγματικά ευτυχισμένο.
Μια μέρα είχε τη φαεινή ιδέα να μπει στο κάστρο. Καμιά άλλη χελώνα δε τολμούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Έκανε μια βόλτα σκεπτικός και ξαφνικά είδε μπροστά του ένα βιβλίο. Γεμάτος περιέργεια το άνοιξε και ήξερε να διαβάζει. Κατάλαβε ότι ήταν ένα βιβλίο με αρχαίους γρίφους . Έτρεξε γρήγορα να φτάσει στη συνοικία των χελωνών. Άρχιζε να φωνάζει «Ξέρω να διαβάζω, ξέρω να διαβάζω». Όλοι τον αγνόησαν και τον περιφρόνησαν λέγοντας «Σιγά  που ξέρεις και να διαβάζεις» . Ο Μάικ πλήρως απογοητευμένος πήγε και κοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα έκανε ακριβώς το ίδιο και πάλι κανείς δεν του έδωσε σημασία. Την τρίτη μέρα έφερε και το βιβλίο μαζί του. «Παιδιά, παιδιά είναι επείγον» φώναξε. Όλες οι χελώνες ήρθαν τρομοκρατημένες . Τότε ο Μάικ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο με τους γρίφους . Όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα  «Μα πώς! Μα πώς!». Τα εύσημα και τα χειροκροτήματα ήταν ασταμάτητα.
Μετά από αυτό κανείς δεν κορόιδεψε το Μάικ, επειδή ήταν διαφορετικός . Ακόμη του έδωσαν κι ένα παρατσούκλι «Μάικ ο Αναγνωστάκης»  κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Γεράσιμος Κ.

Η πεντάμορφη βασίλισσα
          Μια φορά κι έναν καιρό. Τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε ένα τεράστιο και όμορφο παλάτι ζούσε μια πεντάμορφη βασίλισσα η οποία ήταν πολύ ευγενική και γενναιόδωρη με όλο τον κόσμο. Όμως στο παλάτι ζούσε και μια κακιά υπηρέτρια που μισούσε τη βασίλισσα και ήθελε να την ξεφορτωθεί, ώστε να πάρει τη θέση της. Έτσι, λοιπόν, η υπηρέτρια σκέφτηκε πολλά καταχθόνια σχέδια. Τελικά κατέληξε στο πιο φοβερό. Σκέφτηκε να πάρει έναν μαγικό καθρέφτη ο οποίος θα ρουφούσε τη βασίλισσα. Πήρε τον καθρέφτη και τον έβαλε στο δωμάτιο της βασίλισσας. Μόλις εκείνη μπήκε μέσα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τη ρούφηξε. Το σχέδιο της υπηρέτριας φάνηκε να πετυχαίνει. Η καλή ψυχή και η καλή καρδιά, όμως της βασίλισσας έσπασαν τον καθρέφτη και ελευθερώθηκε. Η υπηρέτρια απογοητεύτηκε πάρα πολύ. Η βασίλισσα, όμως, την παρηγόρησε, παρόλο που εκείνη προσπάθησε να την ξεφορτωθεί και της είπε πως θα είναι η καλύτερή της φίλη. Τότε η υπηρέτρια ένιωσε κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ. ΧΑΡΑ! Από τότε η βασίλισσα κι η υπηρέτρια έγιναν οι καλύτερες φίλες. Κι έζησαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα
  Γιάννης Κ. 

Ο ΔΕΙΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
           Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολύ μακρινή χώρα ζούσε ένα πριγκιπόπουλο. Μια ημέρα ο πατέρας του, του ανακοίνωσε πως θα γινόταν η τελετή, για να πάρει την βασιλεία. Την επόμενη ημέρα της τελετής, ο νέος πλέον βασιλιάς που ήταν πολύ δειλός, ζήτησε από τον πατέρα του να πάει ένα ταξίδι. Ήθελε λέει να σκεφτεί. Έτσι, λοιπόν, πήρε το φτερωτό του άλογο και πήγε… στη ζούγκλα για λίγες μέρες. Περπατούσε με τις ώρες, ώσπου κάποια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Το άλογό του τρόμαξε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε μέσα από τα φύλλα ένα μικρό ξωτικό. Ο βασιλιάς έπαψε να σκέφτεται πλέον για το βασίλειο και άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να γυρίσει πίσω. Το ξωτικό με νοήματα οδήγησε τον δειλό βασιλιά σε ένα καλυβάκι. Μόλις φτάσανε του άνοιξε η όρεξη. Έψαξε αλλά δεν βρήκε τίποτα για να φάει. Έμεινε στην ζούγκλα για χρόνια μαζί με το ξωτικό. Έμαθε να σφάζει ζώα και να κόβει ξύλα, ώστε να εξασφαλίσει τις ανάγκες του για τροφή και ζεστασιά. Πότε δεν πίστευε πως θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τα πλούτη του. Ωστόσο τα κατάφερε. Νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα στη ζούγκλα. Μια μέρα όμως όλα ανατράπηκαν. Εκεί που άνοιγε τα ντουλάπια της καλύβας ώστε να βρει χώρο να βάλει το κρέας που είχε σφάξει εκείνη την ημέρα, βρήκε ένα κουτί. Το κουτί έγραφε επάνω: ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΖΑΧΑΡΩΤΑ. Ο δειλός βασιλιάς ήταν τόσο χαρούμενος που θα έτρωγε μετά από χρόνια κάποιο γλυκό. Όταν άνοιξε το κουτί απογοητεύτηκε. Αμέσως όμως το χαμόγελο εμφανίστηκε πάλι στα χείλη του. Το περιεχόμενο του ήταν….ένα κινητό τηλέφωνο. Με ένα περίεργο τρόπο το κινητό είχε σήμα μέσα στη ζούγκλα. Πήρε κατευθείαν τηλέφωνο στο παλάτι του και το σήκωσε ο μπάτλερ του. Τότε ο βασιλιάς του είπε να στείλει ανθρώπους να τον πάρουν από τη ζούγκλα. Σε δύο μόλις μέρες ο βασιλιάς βρισκόταν, μετά από χρόνια, στο παλάτι. Αυτό φυσικά συνέβη επειδή δεν τα παράτησε ποτέ και είχε ελπίδες μέχρι το τέλος. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! 
                                                                                             Κωνσταντίνα Μ.

                                             «Ο φαταούλας σεφ»
     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φαταούλας σεφ. Αυτός ο σεφ ήταν έξυπνος, είχε ανεπτυγμένο λεξιλόγιο, ήταν ψηλός και μαγείρευε υπέροχα. Παρόλ’ αυτά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έτρωγε ακατάπαυστα! Όποιο φαγητό κι αν έφτιαχνε, το έτρωγε (αφού ήταν τόσο νόστιμο)!
     Δυστυχώς, μια μέρα καθώς μαγείρευε στην κουζίνα του εστιατορίου του, που λεγόταν «κουφάλα του δέντρου», ακούστηκε ένα τεράστιο φύσημα. Το φύσημα όλο και δυνάμωνε, δυνάμωνε, ώσπου ξαφνικά ο ένας τοίχος του εστιατορίου κατέρρευσε. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα μια γιγαντιαία ηλεκτρική σκούπα που αναφωνούσε «ρουφάω, ρουφάω»!
   Ο φαταούλας σεφ φοβόταν για τα φαγητά (και όχι για τους πελάτες) του τα οποία πλησίαζε όλο και περισσότερο η ηλεκτρική σκούπα. Οι πιατέλες με τα μακαρόνια αναποδογύρισαν, τα κεφτεδάκια έπεσαν στο πάτωμα, οι σαλάτες γέμισαν λάδια όλη την κουζίνα και τα ταρτάκια εκτινάχτηκαν στα πρόσωπα των πελατών. Ο φαταούλας σεφ μέσα σε δευτερόλεπτα, με επιδέξιες κινήσεις ανέβηκε πάνω στην τεράστια ηλεκτρική σκούπα και πάτησε το κουμπί, για να κλείσει. Έτσι δεν καταστράφηκε περισσότερο το εστιατόριο και δεν χάθηκαν άλλα φαγητά και οι πελάτες.
    Τελικά, ο γίγαντας του διπλανού βασιλείου είχε ξεχάσει να κλείσει την ηλεκτρική σκούπα, η οποία είχε αφηνιάσει.
   Όμως χάρη στο γενναίο και φαταούλα σεφ, «η κουφάλα του δέντρου» (καθώς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος) σώθηκε. « Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!» 
Μάριος Κ.



Η επιστροφή του Αντρέα

Αν ο Αντρέας αποφάσιζε να πει την αλήθεια στην κυρία Μαρία, θα της έλεγε...

  Κυρία Μαρία, η κατάσταση στα τάγματα εργασίας ήταν όπως είχατε μάθει, άσχημη. Μας είχαν πιάσει ομήρους. Στο δρόμο που πηγαίναμε στη μεγάλη πορεία για το εσωτερικό της Ανατολής, περπατούσαμε μέσα σε εδάφη άγονα, ξερά, χωρίς νερό και σκιά.  Η σιωπή του θανάτου παντού. Πουλί δεν πετούσε στον ουρανό, χρώμα δεν υπήρχε και το βράδυ οι σκιές μεγάλωναν, έτοιμες να μας φάνε. Στρατοπεδεύαμε όπου μας έβρισκε η νύχτα, ανάμεσα στις άγριες φωνές των θηρίων που έψαχναν τη λεία τους. Φοβόμασταν. Ούτε φωτιά δεν ανάβαμε. Τη μέρα η πορεία χωρίς στάσεις, μέσα στον ήλιο, με κούραση, δίψα και πείνα συνεχιζόταν. Σπάνια συναντούσαμε ανθρώπους και αν ποτέ βρισκόταν κανείς μπροστά μας, μάς αγριοκοίταζε και μας έφτυνε. Υπήρχαν αρρώστιες, πείνα, δίψα, κούραση. Στο τέλος μας πήραν και τα ρούχα και τα παπούτσια. Δουλεύαμε στα τρένα, δύσκολη δουλειά. Αδειάζαμε βαγόνια και κουβαλούσαμε βαρεία φορτία, μέχρι που δεν άντεχαν τα πόδια μας άλλο και λύγιζαν. Ήμασταν μέσα σε αποθήκες και πεθαίναμε ο ένας μετά τον άλλο από αρρώστιες. Εκεί πέθανε και ο Άγγελος. Τον σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου. Εγώ δεν έχω καταλάβει πως κατάφερα και επέστρεψα…
                                                                               ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ.Δ  Β1



Μόλις μας πιάσανε εμένα και τον Άγγελο μας οδήγησαν  μαζί με τους υπόλοιπους  αιχμαλώτους με πορεία  το εσωτερικό  της  Ανατολής. Εκατοντάδες σκυθρωπά πρόσωπα μαζί και εμείς  προχωρούσαμε με βαριά βήματα,  καθώς κουβαλούσαν τεράστια φτυάρια  τα οποία  θα  τα χρησιμοποιούσαν αργότερα. Κανείς  δεν τολμούσε  να  σταματήσει  και όσοι  το έκαναν  σταμάτησαν ολοκληρωτικά. Σταμάτησε η πορεία τους, σταμάτησε η κούραση  και η δίψα τους σταμάτησε  και η καρδιά τους. Τους περίμενε το μαστίγιο  και ο ξυλοδαρμός  των Τούρκων. Όσο περπατούσαμε  μέσα  στο κρύο  τόσο  η ανάγκη μας για τροφή και για νερό  μεγάλωνε. Περιμέναμε  τη νύχτα όπου  όπως μας είχαν  υποσχεθεί  θα μας δίνανε  λίγο νερό και φαγητό. Μέχρι τότε μας οδήγησαν  σε ένα  ορυχείο για την εξόρυξη κάρβουνου. Ο εξευτελισμός  και η κακομεταχείριση  ήταν  στοιχεία  της καθημερινότητάς μας. Όταν  έφτασε επιτέλους  το βράδυ  οι Τούρκοι έδωσαν διαταγή να φάμε  το ψωμί  και τις σταφίδες  που μας έδωσαν. Μόλις δόθηκε η διαταγή  για το νερό όλοι  όρμησαν. Περίπου τριάντα άτομα ποδοπατήθηκαν από τη λαχτάρα τους. Τη νύχτα  αποκοιμηθήκαμε στην ύπαιθρο  και πριν καλά ξημερώσει βρισκόμασταν στα λατομεία με το φτυάρι στο χέρι  και έπειτα  αρχίσαμε την κατασκευή  της διώρυγα. Επί 14 μήνες όλα  αυτά τα υπομέναμε καθημερινά. Τη νύχτα το κρύο ήταν αδιανόητο  και όσο  περνούσαν  οι ημέρες η χολέρα  και η φυματίωση  εμφανίστηκαν και αποδεκάτισαν  τους περισσότερους  από εμάς. Ο Άγγελος  ήταν  πολύ δυνατός. Ποτέ δεν εγκατέλειψε την ελπίδα  για τα  ελευθερία.  Πολλές φορές  μου έλεγε ότι δεν φοβόταν τον θάνατο. Καθένας που φεύγει  δίνει δύναμη στους υπόλοιπους  για να συνεχίσουν. Τα λόγια αυτά  έδιναν κουράγιο και τόλμη σε όλους εμάς. Πάντα έλεγε ότι όλοι αυτοί που φεύγουν μένουν πάντα στις καρδιές  μας γεμίζοντάς τες με περηφάνια. Έτσι λοιπόν  και ο Άγγελος θα μείνει πάντα  στις καρδιές μας  θυμίζοντάς μας ότι  δε θα πρέπει  να χάνουμε ποτέ  την πίστη μας και την ελπίδα. 
Ιωάννα Χ 

Λοιπόν κυρία Μαρία αν θέλετε να μάθετε την αλήθεια θα σας την πώ. Δεν θα δειλιάσω. Ήμασταν κλεισμένοι για μέρες στο κατώι. Δεν μπορούσαμε να μένουμε άλλο, εφόσον ήταν ζήτημα χρόνου να συμβεί το μοιραίο. Πήραμε την απόφαση να δραπετεύσουμε , αλλά αυτό απέδειξε πως η τύχη δεν ήταν με το μέρος μας. Μας έπιασαν πριν χαράξει καλά – καλά, καθώς προχωρούσαμε με την ελπίδα να βρούμε ένα βαπόρι. Μας οδήγησαν με κλοτσιές σε ένα μικρό και κλειστό μέρος, σαν κρατητήριο, με σχετικά νέα και μεσόκοπα άτομα , άρρωστα και πεινασμένα. Τους εκλιπαρούσαμε για μια σταγόνα νερό, όχι για να πλυθούμε αλλά για να ξεδιψάσουμε. Μέρες αργότερα μας οδήγησαν σε ένα ήρεμο και έρημο μέρος. Μόνο που διανύσαμε την απόσταση αυτή με τα πόδια. Περπατούσαμε για ώρες ξυπόλητο , πάνω σε πέτρες, δίπλα σε γκρεμούς, σκαρφαλώναμε σε βουνά με τα γυμνά και γδαρμένα χέρια μας κρατώντας τους πληγωμένους ή και ετοιμοθάνατους συνανθρώπους μας, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαμε να συνέλθουμε από τα βίαια χτυπήματα των στρατιωτών. Επιτέλους φτάσαμε σε ένα λατομείο. Κάτω από τις ακτίνες του ήλιου το σπάσιμο των πετρών γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ο Άγγελος ήλπιζε να αντέξουμε μέχρι το τέλος. Οι δυνάμεις του όμως ήταν εντελώς αντίθετες. Δεν άντεξε... Τα βίαια χτυπήματα τον ισοπέδωσαν. Τον σκότωσαν……. Μετά από λίγους μήνες μας άφησαν ελεύθερους. Εγώ ευτυχώς ήρθα με την πρώτη …….. και τελευταία αποστολή.


                                                                Έλενα Π. Β’5

-          Αφότου εισέβαλαν στην πόλη έπιασαν τους άνδρες και τους φυλάκισαν . Μας είπαν ότι θα μας πάνε για καταναγκαστικές εργασίες στα «αμελέ ταμπουρού,» . Δεν ήμασταν σίγουροι τι εννοούσαν αλλά ξέραμε ότι δεν ήταν  καλό .  Όσο ήμασταν στον δρόμο μαζί με τους άλλους φυλακισμένους έβλεπα την ελπίδα να απομακρύνεται , την ελπίδα ότι θα γυρίσω στην πατρίδα να χάνεται μες τα όπλα και τα μαστίγια που κρατούσαν οι εχθροί. Ο Άγγελος όμως όχι. Παρέμενε πιστός και αυτό μας ενθάρρυνε όλους . Την νύχτα φάγαμε τα λιγοστά τρόφιμα που μας έδωσαν και πεινασμένοι εγώ και ο Άγγελος πήγαμε στο κοντινό  χωρίο να ζητιανέψουμε κάτι να φάμε αλλά οι άνθρωποι πιο ψυχροί και από τους στρατιώτες μάς γύρισαν την πλάτη. Το πρωί μας πήγαν στα λατομεία. Δουλεύαμε μέχρι λιποθυμίας , οι πιο αδύναμοι και οι γέροι άρχισαν να μας αφήνουν σιγά-σιγά   από την κούραση και την ασιτία. Μετά από λίγες μέρες εγώ, ο Άγγελος και κάποιοι άλλοι σαστισμένοι, κουρασμένοι και πληγωμένοι άνδρες είπαμε πως δεν αντέχαμε άλλο. Σκεφτήκαμε να το σκάσουμε . Καθώς πλησιάζαμε το βαπόρι ακούστηκε ένας πυροβολισμός . Ο Άγγελος έπεσε κάτω. Τους έπιασαν όλους, μόνο εγώ ξέφυγα... Δεν νομίζω να γλίτωσε κανείς...
Γιάννης Π.  Β΄5

Από τον τόπο μου σε όλη την Ελλαδα

Εργασίες των μαθητών/ριών του Β5 και Β1 στην 1η ενότητα της Νεοελληνικής Γλώσσας
ε

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Το σχολείο στα χρόνια των γονιών, του παππού και της γιαγιάς...

Οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2 παίρνουν συνεντεύξεις...

Μαμά, θα ήθελα να σε ρωτήσω για τα σχολικά σου χρόνια.. 
Πώς ήταν το κτήριο του σχολείου;
To σχολείο ήταν ένα μικρό κτήριο στο κέντρο του χωριού. Διέθετε δύο μικρές αίθουσες και το γραφείο του δασκάλου, όπου έμενε, καθώς δεν υπήρχε σπίτι στο χωριό να νοικιάσει. Η σχολική αυλή ήταν στρωμένη με χώμα και στην άκρη της υπήρχαν δυο πανύψηλα πεύκα όπου περνάγαμε ευχάριστα το διάλλειμα μας.
Τότε οι μαθητές φορούσαν ό,τι ήθελαν;

Τότε τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά σε σχέση με σήμερα. Θυμάμαι ότι μέχρι την Τρίτη δημοτικού, γιατί στη συνέχεια ευτυχώς άλλαξε το σύστημα, εμείς τα κορίτσια ήμασταν υποχρεωμένες να φοράμε μπλε ποδιές σαν ρόμπες που έκλειναν με κουμπιά, ενώ τα αγόρια ένα μπλε πουκάμισο.
Οι δάσκαλοι πως συμπεριφέρονταν στους μαθητές ;
H συμπεριφορά των δασκάλων εκείνη την εποχή θεωρείται αδιανόητη σήμερα. Συνήθιζαν  να τιμωρούν αυστηρά τους μαθητές ακόμη κι όταν ο λόγος ήταν ασήμαντος. Η ξύλινη βέργα βρισκόταν μονίμως πάνω στην έδρα του δασκάλου και καθημερινά τη χρησιμοποιούσε. Οι μαθητές δεν τολμούσαν να αντιμιλήσουν και τους φοβόντουσαν. Έδειχναν σεβασμό και υπήρχε απόσταση στην επικοινωνία μεταξύ τους.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό που δε θα ξεχάσεις ποτέ ;
Θυμάμαι το οργισμένο ύφος του δασκάλου όταν εκείνος ετοιμαζόταν να δείρει με τη βέργα το μαθητή στο χέρι κι ο μαθητής τελευταία στιγμή τράβηξε το χέρι και η βέργα προσγειώθηκε στο πόδι του δασκάλου. Εκείνος άρχισε να ουρλιάζει, ο μαθητής εξαφανίστηκε από το σχολείο, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά προσπαθούσαν με δυσκολία να κρύψουν τη χαρά τους από το πάθημα του δασκάλου.  Για καλή μας τύχη η σχολική χρονιά βρισκόταν στο τέλος της.
Τα μαθήματα διέφεραν από τα σημερινά και πώς ήταν τα βιβλία;
Tα περισσότερα μαθήματα ήταν ίδια αλλά τα βιβλία εντελώς διαφορετικά. Εκείνα τα χρόνια μόνο η γλώσσα και τα μαθηματικά περιλάμβαναν ασκήσεις, όλα τα υπόλοιπα ήταν κατεβατά κείμενα που έπρεπε να μάθουμε απ’ έξω. Μάλιστα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού ίσχυε το πολυτονικό σύστημα που μας έκανε τη ζωή δύσκολη αλλά σύντομα 
καταργήθηκε. Όσον αφορά τα βιβλία είχαν πολλές λεπτομέρειες και ήταν δύσκολο να τα απομνημονεύσει κανείς.
Τέλος πώς περνούσες στο σχολείο ;
Δεν μπορώ να πω ότι το απολάμβανα γιατί υπήρχε μεγάλη αυστηρότητα και έλεγχος της ζωής των μαθητών και μέσα και έξω από το σχολείο. Μην ξεχνάς ότι ζούσα σε μικρό χωριό όπου ο δάσκαλος κυκλοφορούσε τα απογεύματα και γνώριζε τα πάντα για εμάς .
                                                                                                                                                                                    Γεράσιμος Κ.


Ε: Γιαγιά, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι για μια εργασία μου στο σχολείο. Πως ήταν το εκπαιδευτικό σύστημα όταν εσύ πήγαινες σχολείο;
Γ: Τι μου θύμισες τώρα! Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω το ξύλο και τις τιμωρίες των δασκάλων.
Ε:  Ποιο ξύλο; Τι εννοείς;
Γ: Στην δική μου εποχή τα πράγματα στο σχολείο ήταν πολύ πολύ αυστηρά. Οι δάσκαλοι θεωρούσαν ότι απαραίτητο εργαλείο της μαθησιακής διαδικασίας ήταν η βίτσα.
Ε: Τι είναι η βίτσα; 
Γ: Ένας μεγάλος ξύλινος χάρακας. Κάθε φορά που κάναμε κάποιο λάθος η αταξία οι δάσκαλοι, μας βάραγαν με αυτό. Επίσης, πολλές φορές μας έκλειναν σε σκοτεινές αποθήκες, μας έβαζαν να γονατίζουμε με τις ώρες στα χαλίκια ή το χειρότερο από όλα: μας έβαζαν με το κεφάλι στον τοίχο, όρθιους, μπροστά σε όλη την τάξη.
Ε: Μα γιατί τα έκαναν αυτά; Είναι εντελώς αντιπαιδαγωγικό.
Γ: Γιατί πίστευαν πως μόνο έτσι θα διαβάσουμε. Νόμιζαν πως αν τους φοβόμαστε, θα είμαστε και καλοί  μαθητές. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι με αυτό που έκαναν μας τρομοκρατούσαν.
Ε: Ευχαριστώ, γιαγιά, με βοήθησες πολύ!
Γ: Τίποτα εγγονάκι μου. Πήγαινε τώρα να συνεχίσεις το διάβασμα.
                                                                                            
                                                                                                            Εφραίμ Κ.


-Μαμά θέλω να σου πάρω μια συνέντευξη για τις αναμνήσεις σου από τα μαθητικά χρόνια!
-Για πες μου.
-Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση σου από το σχολείο;
-Η πιο έντονη μου ανάμνηση ήταν όταν πήγα μια μέρα αδιάβαστη. Με τσάκωσε ο δάσκαλος και με χτύπησε με τον χάρακα στα χέρια και από τότε δεν πήγα ποτέ αδιάβαστη!

-Πιστεύεις ότι αυτό το σύστημα είναι απαραίτητο και τώρα;
-Φυσικά και όχι!!! Καταρχάς είναι κακοποίηση και πλέον παράνομο. Βέβαια στην δικιά σου περίπτωση κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει.
-Αστείο! Εσύ φορούσες στολή για να πας σχολείο.
-Ναι αλλά μόνο στο δημοτικό. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο πήγαινα κανονικά με τα ρούχα μου.
-Θυμάσαι καμία καλή ανάμνηση από το σχολείο;
-Αυτό που μου έχει σημαδέψει τις αναμνήσεις είναι το παιχνίδι που κάναμε με τους συμμαθητές μου! Όπως η Αντάνα δηλαδή το σημερινό κουτσό ή όπως το Ζούγκα τα πλακάκια ή ρίξε τα πετράκια, όπως θα το λέγαμε σήμερα.

-Ωραία! Πιστεύεις ότι η τότε εποχή του σχολείου είναι πιο ωραία από την τωρινή;
-Ναι ήταν πιο ωραία γιατί τότε κατά την δική μου άποψη ήταν πιο ανέμελα δηλαδή αντί να είμαστε μπροστά από έναν υπολογιστή ή από ένα κινητό ήμασταν έξω και παίζαμε στους δρόμους και τα στενάκια!
-Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου! έμαθα πολλά πράγματα για την τότε εποχή και για σένα!
                                                                                                                                                                                      Μελίνα Κ.