Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016

Το "τέλος" του Ερωτόκριτου...

Αφού τον εξόρισε ο βασιλιάς, ο Ερωτόκριτος  πήγε σε ένα άγνωστο για αυτόν μέρος στο οποίο βρήκε μια άγνωστη φυλή που μιλούσαν κρητικά και τον φιλοξένησαν στο κάστρο του βασιλιά. Κάποια νύχτα στο βραδινό δείπνο ειπώθηκε η παρακάτω συζήτηση :
Βασιλιάς:-Λοιπόν πώς σε λένε και από πού μας έρχεσαι; 
Ερωτόκριτος:-Με λένε Ερωτόκριτο , έρχομαι από ανατολικά.   
Βασ.:-Και γιατί έφυγες από την πατρίδα σου;        
Ερ.:-Με εξόρισε ο βασιλιάς, γιατί ήθελα να παντρευτώ  την κόρη του.                                   
Βασ:-Αυτό είναι πολύ άσχημο, τί θα κάνεις για αυτό;      


Ερ.:-Τι εννοείς ;                                                          
Βασ.:-Δεν θα διεκδικήσεις αυτή που αγαπάς ;          
Ερ.:-Αλήθεια πιστεύεις πως θα έπρεπε να γυρίσω και να παντρευτώ την Αρετή; Έτσι την λένε...    
Βασ.:-Ναι, αφού σε εξόρισαν είναι το μοναδικό που μπορείς να κάνεις.             
Ερ.:-Έχεις δίκιο αύριο πρωί-πρωί θα φύγω να γυρίσω πίσω το μόνο που θέλω να μου ευχηθείς είναι καλή τύχη.
Βασ.:-Αυτό θα πει πραγματική αγάπη! 

Την άλλη μέρα ο Ερωτόκριτος ξεκινάει για να γυρίσει στην πατρίδα του. Καθώς έφτανε συνάντησε τον πατέρα του.
Πατέρας :-Ερωτόκριτε;!;Γι-Γι-Γιατί είσαι εδώ;
Ερ.:-Πατέρα, ήρθα να διεκδικήσω την Αρετή, θα την κάνω γυναίκα μου.                                  
Πατέρας:-Όχι παιδί μου σε παρακαλώ ο βασιλιάς εάν σε δει θα σε σκοτώσει !!!                              
Ερ.:-Το ξέρω θα την κλέψω, όταν θα κοιμούνται.  
Πατέρας:-Και αν σε καταλάβουν; Δεν θέλω να σε χάσω.                 
Ερ.:-τελεία και παύλα, πατέρα, δεν μου αλλάζεις γνώμη.                
Ο Ερωτόκριτος πράγματι πηγαίνει να κλέψει την Αρετή. Ενώ φεύγανε ένας από την φρουρά τον βλέπει. Τρέχουν να ξεφύγουν αλλά τον πιάνει και τον πάει στην φυλακή.
Την άλλη μέρα το πρωί ο πατέρας του το μαθαίνει. Τρέχει  στο μέρος όπου γίνονται οι αποκεφαλισμοί, για να σώσει το παιδί του.
Πεζόστρατος:-Βασιλιά, μην το κάνεις.                   
Βασιλιάς:-Γιατί; Νομίζω ότι οι εντολές μου ήταν σαφείς.    
Αρετή (κλαίγοντας):-Μπαμπά, σε παρακαλώ μην τον σκοτώσεις, τον αγαπώ.                            
Βασ.:-Δεν αποφασίζεις εσύ τι θα γίνει. Στρατιώτη, πάρε του το κεφάλι.                                    
Πεζόστρατος και Αρετούσα:-Οοοχι!!!
(χλατς)..........
Πεζ.:-Παιδί μου γιατί;;!!;;
Βασ.:-ΧΑ,ΧΑ,ΧΑ ο Ερωτόκριτος ήταν απλά ένα εμπόδιο. Δεν θα έπαιρνε ποτέ την Αρετή.            
Πεζ,:-Γιατί, ανόητε, κατέστρεψες μία ζωή και τον έρωτα δύο παιδιών, πώς έχεις το θράσος να μιλάς ακόμα.  
Βασ.:-Τι είπες ;;; Θες μήπως να έχεις την μοίρα του γιού σου !!!    
Αρετή:-Μπαμπά έχει δίκιο μάλλον δεν…   
Βασ.:- Σουυτ εσύ ! Πήγαινε πάνω στο δωμάτιό σου και από εδώ και πέρα εγώ θα σου λέω ποιον να ερωτεύεσαι !!!
                                   
Τέλος, η Αρετή παντρεύτηκε έναν γιο ενός βασιλιά άλλης πόλης, ο βασιλιάς έγινε ακόμα πιο πλούσιος και ο Πεζόστρατος και η Αρετή ήταν δυστυχισμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους.


                                                                              Άγγελος Π. Γ΄3


Μετά από την μάχη ο ρήγας είδε το θάρρος του Ερωτόκριτου, αναγνώρισε την αξία του και του επέτρεψε να παντρευτεί την κόρη του. Ο Ερωτόκριτος έγινε σπουδαίος βασιλιάς αλλά και πατέρας. Όμως ο τρόπος με τον οποίο βασίλευε δεν άρεσε σε ορισμένους ευγενείς. Γι’ αυτό τον λόγο πλήρωσαν  εξειδικευμένους δολοφόνους να βγάλουν από την μέση αυτόν και την βασιλική οικογένεια. Έτσι και έγινε.

    Την ημέρα που είχε γενέθλια το παιδί της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου είχαν μαζευτεί στο παλάτι πλήθος κόσμου για να γιορτάσουν τα όγδοα γενέθλια του παιδιού. Το βράδυ εκείνης της ημέρας οι δολοφόνοι κατάφεραν με διάφορα τεχνάσματα να εισέρθουν στο παλάτι. Μόλις ο Ερωτόκριτος το συνειδητοποίησε διέταξε όλους να φύγουν πριν να ήταν αργά. Οι βασιλικοί φρουροί μαζί με τον Ερωτόκριτο έδωσαν μια σπουδαία μάχη αλλά δεν κατάφεραν να νικήσουν. Με αποτέλεσμα πολλά μέλη της βασιλικής οικογένειας και φίλων της να σκοτωθούν αλλά και ο αρχηγός αυτής της ‘επιχείρησης’ να αυτοανακηρυχθεί βασιλιάς και να επιβάλλει το τυραννικό καθεστώς.
     Ευτυχώς η Αρετούσα και το παιδί της κατάφεραν να αποδράσουν και να ζήσουν στην επαρχία. Ο Ερωτιάρης (το παιδί της Αρετούσας και του Ερωτόκριτου) όταν μεγάλωσε έγινε δυνατός, δίκαιος, έξυπνος, εφευρετικός  και με άλλα  ψυχικά χαρίσματα. Αλλά μέσα του ‘έβραζε’ από θυμό για το θάνατο του πατέρα του και ήθελε να πάρει εκδίκηση για τον χαμό του.
     Εκείνος με την συμπαράσταση της  μητέρας του αλλά  και την βοήθεια διάφορων  φίλων  της βασιλικής οικογένειας  κατόρθωσε όχι μόνο  να σκοτώσει τους ευγενείς  αλλά και να γίνει ο πιο σπουδαίος  βασιλιάς όλων  των εποχών.
                                                                                   Νίκος Γ. Τάξη Γ΄1     

Μόλις παντρεύτηκε ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα ήτανε και οι δύο ευτυχισμένοι, όμως ο βασιλιάς ακόμα δεν μπορούσε να το αντέξει, γιατί δεν ήθελε τον Ερωτόκριτο που ήταν φτωχός. Μια μέρα σκέφτηκε να κανονίσει με μια κοπέλα να φιλήσει τον Ερωτόκριτο μπροστά στην Αρετούσα. Και έτσι και έγινε, η κοπέλα τον γνώρισε και μόλις πέρναγε η Αρετούσα τους είδε να φιλιούνται, ο Ερωτόκριτος προσπαθούσε να την αποφύγει, αλλά η Αρετούσα είχε ήδη απομακρυνθεί με δάκρυα στα μάτια. Ο Ερωτόκριτος δεν μπορούσε να την βρει γι’ αυτό γύρισε στο παλάτι. Καθώς πήγαινε στο δωμάτιό του άκουσε ομιλίες να ακούγονται στον διάδρομο του παλατιού, ο βασιλιάς με την κοπέλα που τον φίλησε μιλούσαν και την ευχαρίστησε που τον βοήθησε να εκπληρώσει τον σκοπό του.

Την επόμενη μέρα μίλησε στην Αρετούσα και εκείνη τον πίστεψε ότι ήταν ένα κόλπο του βασιλιά, γιατί ο Ερωτόκριτος δεν λέει ποτέ ψέματα. 
Η Αρετούσα με τον Ερωτόκριτο αποφάσισαν να φύγουν από το παλάτι, αφού είπαν στο βασιλιά ότι γνώριζαν το σατανικό κόλπο του. Ο βασιλιάς ζήτησε συγγνώμη και υποσχέθηκε να τους αφήσει ήσυχους λέγοντάς του: ''αν τον αγαπάς πραγματικά κόρη μου εγώ δεν μπορώ να κάνω κάτι για να σας χωρίσω , μην φύγεις μακριά μου σε αγαπώ πολύ και δεν θέλω να σε χάσω''. Το ζευγάρι αποφάσισε να ζήσει στο παλάτι. Ο βασιλιάς άρχισε να συμπαθεί τον Ερωτόκριτο σαν να τον είχε γιο του και τέλος ο Ερωτόκριτος με την Αρετούσα έκαναν δύο παιδιά που το πρώτο το ονόμασαν Ηρακλή και το δεύτερο Περσεφόνη.


                                                                                       Αγγελική Γκ.  Γ'1


Μετά από δυο χρόνια αφού παντρεύτηκε η Αρετούσα με τον Ερωτόκριτο έκαναν τρία παιδιά, ένα αγόρι και δυο δίδυμα κορίτσια. Όλα κυλούσαν καλά στη ζωή τους μέχρι που έφτασε η ώρα της βάφτισης του αγοριού. Ο Πεζόστρατος ήθελε το παιδί να πάρει το όνομα του όπως και ο βασιλιάς. Αυτοί οι δυο δεν τα πήγαιναν ποτέ καλά μεταξύ τους. Πριν μόλις έναν χρόνο είχαν πιαστεί στα χέρια επειδή ο Πεζοστρατος πήγε και μετακόμισε δίπλα στον βασιλιά, ύστερα από λίγο όμως τα βρήκαν. Η Αρετούσα κα ο Ερωτόκριτος αποφάσισαν κρυφά από τους γονείς τους το όνομα του αγοριού και θα τους το ανακοίνωναν στη βάφτιση. Ύστερα από την βάφτιση οι γονείς τους είχαν νεύρα μαζί τους γιατί δεν ονόμασαν το αγόρι με κανένα από τα δυο ονόματα. Έτσι ο Πεζοστρατος και ο βασιλιάς κατάλαβαν πως τελικά δεν ήταν τόσο διαφορετικοί ο ένας από τον άλλον. Έτσι ηρέμησαν και η Αρετούσα με τον Ερωτόκριτο.
                                                                                                                           Βίκη Β. 


Ο Πεζόστρατος αφού εξέφρασε τα επιχειρήματα του στον βασιλιά πιστεύοντας ότι θα τον έπειθαν ότι αξίζει να παντρευτεί ο γιος του την κόρη του, γιατί είχε πλούσια ψυχικά χαρίσματα, ο βασιλιάς  αντί  να τα εκτιμήσει αυτά, τυφλωμένος από τον εγωισμό του, καθώς σκεφτόταν μόνο την εικόνα του και το τι θα πουν οι υπήκοοι του, σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια τον Πεζόστρατο και διέταξε την σύλληψη αλλά και τον θάνατο του Ερωτόκριτου. Ως παραδειγματισμό για να μην ξαναγίνει αυτό στο παλάτι, πάντρεψε την Αρετούσα με ένα βασιλόπουλο από μια μακρινή χώρα και από τότε δεν άκουσε κανένας τίποτα για αυτή.
Η κατάληξη του βασιλιά ήταν τραγική, αφού δεν μπορούσε να δει πια τη κόρη του έγινε αλκοολικός και βρισκόταν καθημερινά σε κάποιο καπηλειό ως  ότου μια μέρα που μέθυσε νομίζοντας  ότι πήγε να κάνει βουτιά στην λίμνη έπεσε από το μπαλκόνι που πέρασε για όχθη και πέθανε.
                                                                                                                Μαρία Π.  Γ΄3

https://ssl.gstatic.com/ui/v1/icons/mail/images/cleardot.gif

Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2016

Ο δίσκος της Φαιστού

  Εάν υποθέσουμε πως το περεχόμενο του δίσκου αναφέρεται σε κάποια θεότητα τότε μπορεί να λέει:
  
"Θεά της καλλιέργειας,της βλάστησης και της γονιμότητας από όπου περνάς η γη πλουτίζει και όλα πληθαίνουν.Πάντα σκορπάς την αφθονία και γι΄αυτό πάντοτε θα σε τιμούμε".
                                                          Γιολάντα Δ. (Α΄2)


"Ω θεά Αθηνά, κόρη του Δία, του παντοκράτορα, βοήθησέ μας! Δεχόμαστε επιθέσεις στο ανάκτορο! Σώσε μας! Δώσε μας δύναμη να τους αντιμετωπίσουμε και θα σου χτίσουμε ένα μεγαλύτερο ιερό, πιο εκθαμβωτικό! Να γίνεις η προστάτιδα του νησιού μας! Να μας προστατεύεις!
                                                                                            Στάθης Δ. (Α΄2)

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2016

Χτίζουμε Γέφυρες κι όχι φράγματα

Έτοιμες κι οι γέφυρες του e Twinning...
Γέφυρες σύγχρονες και παραδοσιακές, γέφυρες διαφορετικές, γέφυρες που "γεμίζουν τα κενά και ξεπερνούν τα εμπόδια"... με στίχους ποιημάτων και φράσεις κειμένων. Για να δείτε όλες τις δημιουργίες κλικ στην εικόνα.


 Χτίζουμε γέφυρες κι όχι φράγματα
                                                                            Ομάδα e Twinning 2ου Γυμνασίου Αγίου Δημητρίου

Παραλλαγές του γιοφυριού της Άρτας ή εναλλακτικές προσεγγίσεις


Πέντε μάστοροι από την Αρβανία,
Δύο από τα Γιάννενα και τρεις απ’ τα Τζουμέρκα.
Έχτιζαν το γιοφύρι μα το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Τον λόγο τον εγύρευαν μα το γιατί δεν βρίσκαν,
ώσπου σαν από μηχανής θεός εμφανίστηκε μια μαύρη γάτα
τον λόγο επήρε και στον πρωτομάστορα είπε:
«Αδερφή αν δεν θυσιάσεις γιοφύρι δεν θα φτιάξεις».
Πανικός τον έπιασε  τον μάστορα
Μα πώς τη μικρή του αδερφή θα πα να θυσιάσει;
Μια φαεινή ιδέα του ’ρθε το πρώτο το μαστόρι
να στείλει για να την καλέσει να περπατήσει τάχα πρώτη στο έτοιμο γιοφύρι.
Τον αδερφό της συναντά και με απορία τον ρωτά: «Μα γιατί με φώναξες καλέ μου αδερφέ, αφού γιοφύρι έτοιμο δεν έχει για να δω».
Σπρώχνει ο πρωτομάστορας με πίκρα μεγάλη τη μικρή του αδερφή στην τρύπα τη μεγάλη.
Βγάζει λόγο η αδερφή «μεγάλη κατάρα θα σας βρει».
Στενοχώρια έπιασε τον πρωτομάστορα μεγάλη κι έπεσε κι αυτός κι έτσι χτίστηκαν κι οι δυο στο γιοφύρι το γερό.
Κατερίνα Β
Πωλίνα Γ.
Μαρία Γ


Ήταν εννιά φίλοι που χτίζανε γεφύρι.

Κάθε βδομάδα γκρεμιζόταν χωρίς αιτία.

Καθίσανε και εσκεφτήκανε και ξαφνικά τους ήρθε λύση.

Ένας αετός σαν από μηχανής θεός τους είπε:

<<δίχως μπετό γεφύρι δεν στεριώνει>>.


Το καλοσκεφτήκανε και το έκαναν στην πράξη.

Το γεφύρι ήταν γερό σαν βράχος από ένα βουνό

Αλλά στο τέλος ήρθε ένα (εχθρικό) μαχητικό και τα έκανε όλα

 ρημαδιό.
                                                                    Αναστάσιος Γ.
                                                                    Νίκος Γ.
                                                                    Δημήτρης Β
                                                                    
                                                                    Περικλής Α.



Σαράντα μάστορες προσπαθούν να χτίσουν μια γέφυρα που τους είχε αναθέσει ο βασιλιάς. Τη μέρα το χτίζανε και το βράδυ γκρεμιζόταν. Απεγνωσμένοι οι μάστορες αναζητούσαν λύση σε όλο το χωριό αλλά μόνο ένας μπορούσε να τούς βοηθήσει. O μεγάλος σοφός του χωριού.
Ο πρωτομάστορας πρώτος πήγε να ρωτήσει. Ο μεγάλος σοφός είπε πως κάποιο σημαντικό άτομο πρέπει να θυσιαστεί. Όλοι οι μάστορες αποφάσισαν ότι αυτό το άτομο ήταν η γυναίκα του πρωτομάστορα. Έτσι, οι μάστορες έστειλαν έναν νεαρό αγγελιοφόρο να πει στην γυναίκα του πρωτομάστορα να έρθει στη γέφυρα. Ο νεαρός όμως γεμάτος ενοχή της είπε ότι για θυσία προοριζόταν. Έτσι η γυναίκα έκπληκτη και συντετριμμένη αποφάσισε πως ο άντρας της έπρεπε να πληρώσει. Καθώς έφτανε στην γέφυρα αντίκρισε τον άντρα της ο οποίος ήταν πρόθυμος να την θυσιάσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Εκείνος της είπε να πλησιάσει σε έναν λάκκο για να του περιγράψει τι βρίσκεται μέσα, επειδή ήταν η μόνη που μπορούσε να χωρέσει. Η γυναίκα πλησίασε και ο νεαρός έσπρωξε τον πρωτομάστορα μέσα στον λάκκο. Όλοι οι μάστορες άρχιζαν να τον χτίζουν. Ο πρωτομάστορας μπερδεμένος και θλιμμένος θυμήθηκε τα λόγια του μεγάλου σοφού ότι ένα σημαντικό άτομο έπρεπε να θυσιαστεί.

Ανδρέας Γ.
Γιώργος Γ.
Γιώργος Β.
Δημήτρης Γκ.


Εκατό μάστοροι και πενήντα μαθητάδες
Κάθε μέρα χτίζανε της Άρτας το γιοφύρι
μα το βράδυ έπεφτε και πολύ στενοχωριούνταν.
Και μια μέρα η μάντισσα προφητεία είπε:
«Την κόρη της βασίλισσας να θυσιάσουν πρέπει».
Τ’ άκουσε η βασίλισσα και του θανάτου πέφτει.
 Προτού καλά καλά το σκεφτεί η βασίλισσα
Την κόρη παν’ και παίρνουν τάχα πως πάνε στο χωριό
λουλούδια να της φέρουν!
Καθώς φτάνουν στο γιοφύρι,
η βασίλισσα προβάλλει τη θέση της κόρης της να πάρει.
Κλάμα κακό και συμφορά, κλάμα κακό και δάκρυ ανάμεσα στη μάνα και στη μονάκριβή της κόρη.
Θυσία έγινε κι η μάνα εσκοτώθει για το καλό του τόπου της
και της μικρής της κόρης!
                                                                       Ολυμπία Α.
                                                                       Σεϊμά Α.
                                                                        Ανδριάνα Β.
                                                                        Βλάχου Ρ.
 Τρεις  μάστοροι και έξι μαθητάδες
έργο σπουδαίο χτίζανε μα το βράδυ εγκρεμιζόταν.
Έκατσαν και σκέφτηκαν το κεφάλι τους εσπάσαν
και στο τέλος λύση βρήκανε  απ’ το  θεό  σταλμένη.
Κάθε μάστορας γυναίκα αγαπημένη έπρεπε να θυσιάσει.
Το επόμενο αποταχύ οι τρεις γυναίκες έφτασαν
νύφες των μαστόρων χαρούμενες ερώτησαν πώς πάνε οι δουλειές.
Εκείνοι βοήθεια τους ζήτησαν στα θεμέλια να μπούνε να αντικαταστήσουνε τους αρρώστους βαριά μαθητάδες….
Εκείνες επονηρεύτηκαν πως σχέδιο είχαν οι άνδρες  από όνειρο της προηγούμενης νυκτός και δεν αποδέχτηκαν τη βούληση των ανδρών τους.
Μόνο κατάρα έδωσαν το έργο αυτό ποτέ να μη χτιστεί και πάντα έτσι να μείνει.
                                                                      
                                                                                  Μαρία Α.
Ιωάννα Β.
             Το ξωκκλήσι του Αι-Λιος
Εκεί στην άκρη του βουνού
δίπλα σε μια βρυσούλα
ξωκλήσι ετοιμάζανε
σαράντα νοματαίοι
ξωκλήσι ήταν του Αι- Λιος
στη χάρη του ταγμένο
να σταματάνε όσοι θεν
να ανάβουν τα καντήλια.
Από την μια το κτίζουν
από την άλλη πέφτει.
Τι νάνε άραγε αυτό που θα στεριώσει
τούτο δω το ξωκλήσι το ξακουστό;
Μιλάνε, συλλογίζονται και ευθύς αποφασίζουν
όλοι μαζί να ανταμωθούν στην άκρη της βρυσούλας.
Και εκεί που κάθονταν και απόφαση δεν πέρναν
θαρρούν πως τάχα το νερό της βρύσης του μιλά.
-         Γεια σας λεβέντες κι άρχοντες
μα λύση δεν θα βρείτε
αν δεν ακούσετε εμέ τούτο που χω να σας πω:
-         Αυτή ,λοιπόν,την εκκλησία σε τούτο το ξωκλήσι
τοίχος δε κτίζεται ψηλός ούτε πόρτα στεριώνει
αν άνθρωπος δεν μπει στη γη βαθειά να το στηρίξει.
Βαθειά σιγή επλάκωσε ετούτη τη βρυσούλα
και η φύση λες και πάγωσε στα λόγια του νερού.

Και ξάφνου εμφανίστηκε ο παπά-Γιάννης μπρός τους
και ευθύς τους αποκρίθηκε πως τούτη εδώ η εκκλησία
είναι δική του ευθύνη γι΄ αυτό και ο ίδιος θα γηνεί θυσία για να γίνει .
Με λύπη και με απελπισία
την άλλη μέρα κτίζουν τον παπά-Γιάννη τον καλό
κάτω από το Άγιο Ιερό.
Την ώρα εκείνη ο παπά-Γιάννης εύχεται από το μαύρο χώμα:
-         Διαβατές εύχομαι σε εσάς εδώ που θα σταματάτε
την θεια χάρη να ‘χετε κεράκι να μου αναφτε
και απλόχερα τα αγαθά έχετε στην ζωή σας.


                                                                                                  Έλενα Δ.
                                                                                                   Όλγα Κ.


Εξήντα εργάτες βοηθούσαν για τη δημιουργία του γιοφυριού των Ιωαννίνων. Όμως κάθε μέρα πέθαινε κι ένας εργάτης, καθώς το γιοφύρι δεν στέριωνε. Ολημερίς και ολονυχτίς προσπαθούσαν χωρίς κανένα αποτέλεσμα μέχρι που οι μάστοροι έγιναν τριάντα.
Σαν από μηχανής θεός εμφανίστηκε ένας λύκος και όλοι τρόμαξαν χωρίς να καταλάβουν ότι ήρθε για καλό, ως τη στιγμή που μίλησε με ανθρώπινη λαλιά. Τη λύση τους φανέρωσε, θυσία έπρεπε να γίνει. Οι πρώτοι οι διαβάτες που φανούν αυτοί θα το θεμελίωναν. Αυτό τους φάνηκε εύκολη νίκη σε μια μάχη που πίστευαν πως δεν θα τέλειωνε ποτέ, ως το άλλο πρωί που οι πρώτοι διαβάτες ήταν η οικογένεια του πρωτομάστορα, η γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Σαν τους είδε ο πρωτομάστορας πληγώθηκε πολύ και παρόλο που νεύματα τους έκανε για να γυρίσουν πίσω, εκείνοι το βήμα επιτάχυναν.
 Ο λύκος χάρηκε πολύ χωρίς να κάνει προσπάθεια να το κρύψει. Με δικαιολογία ότι χάθηκε το δαχτυλίδι του πρωτομάστορα, η γυναίκα  και τα παιδιά του προσφέρονται αμέσως να βοηθήσουν. Έψαχναν αρκετή ώρα αλλά τίποτα δεν έβρισκαν. Ο λύκος πήγε να δει από κοντά τη θυσία της οικογένειας, καθώς όμως υπήρχαν (μέσα στο γιοφύρι) δύο έξοδοι, τη στιγμή που η μητέρα με τα τρία παιδιά έβγαιναν ο λύκος έμπαινε με αποτέλεσμα να θυσιαστεί ο ίδιος, αφού στο μεταξύ οι εργάτες έριξαν πολλές πέτρες με αποτέλεσμα ο λύκος να θαφτεί στο γιοφύρι.
Το γιοφύρι από τότε έχει στεριώσει κι η οικογένεια έζησε για πολλά χρόνια ευτυχισμένη
Μαρία Π.
Φαίη  Κ.
Μυρτώ Κ.



Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

Αγαπητό μου ημερολόγιο....

 Ο παππούς, ο Μίσα κι οι γονείς του γράφουν στο ημερολόγιό τους...                                                                     

                                               Ρωσία,  12   Δεκεμβρίου  1890
Αγαπητό  μου  ημερολόγιο, 
Αμάν  πια αυτός ο πεθερός  μου! Όλη  την ώρα  καταστρέφει πράγματα!Όλα  τα χαλάει! Σήμερα που του έδωσα  να φάει στο πήλινο  πιάτο  το έσπασε! Είναι πολύ  απρόσεκτος.Για να καταλάβει το λάθος του του έδωσα να φάει  στην ξύλινη γαβάθα.Για να μην το ξανακάνει...                                                                                              
                                                 Ρωσία,   13 Δεκεμβρίου  1890      
Αγαπητό  μου ημερολόγιο,                                   
 Δεν έχω ξανανιώσει  τόση  ντροπή  και λύπη  για τις πράξεις μου! Όταν είδα τον Μίσα να φτιάχνει  μια ξύλινη  γαβάθα για εμένα  και τον μπαμπά  του, για να μας  ταΐζει όταν  μεγαλώσουμε  ντράπηκα  τόσο  πολύ  που  δάκρυσα! Υπόσχομαι  στον εαυτό  μου ότι  δε θα ξαναπροσβάλλω τον παππού  και ότι  από εδώ και εμπρός  θα κάθεται  μαζί  μας στο τραπέζι!                                              Ιωάννα  Χ 



                                                                                                                                                           19 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1896

Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα είχα μια δύσκολη μέρα! Στη  δουλειά έπρεπε να μεταφέρω διάφορους φακέλους από το ένα γραφείο στο άλλο, να τυπώσω φωτοτυπίες και γενικά να κάνω ένα σωρό δουλειές. Για να μην τα πολυλογώ γύρισα στο σπίτι και μαγείρεψα το αγαπημένο μου φαγητό. Πιστεύω πως μετά από μια κουραστική μέρα έπρεπε να επιβραβεύσω τον εαυτό μου. Ο γιος μου  γύρισε από το σχολείο και μονομιάς κάθισε στο τραπέζι. Καθίσαμε και αρχίσαμε να τρώμε. Όλοι πεινούσαμε! Και ο παππούς και το παιδί και εγώ. Μάλιστα με την τόση πείνα μας στραβοκαταπίναμε και ο παππούς έριξε κάτω το πιάτο. Νευρίασα τόσο πολύ και άρχισα να του φωνάζω και να του λέω πως δεν θα τρώει μαζί μας, πως θα τρώει σε γαβάθα και αλλά τέτοια. Εκείνη τη στιγμή, μετά τον τσακωμό μας έκατσα και σκέφτηκα πώς φέρθηκα. Ένιωσα τόση ντροπή που μίλησα με τέτοια ασέβεια στον παππού αλλά ταυτόχρονα ένιωσα να με κυριεύει το μίσος (επειδή ο παππούς έσπασε το πιάτο που μου έκανε η πεθερά μου δώρο). Δεν ξέρω τι να κάνω!
                                                           Τα λέμε σύντομα
                                                                Έλενα Π. Α΄5             
            


              
                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                    Ρωσια,Νοέμβριος 1867
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα καθώς παρακολουθούσα την αντίδραση της μητέρας μου προς τον αγαπητό μου παππού  κατάλαβα πως δεν πρέπει να του φέρονται έτσι και αποφάσισα να τους δώσω ένα γερό μάθημα! Έτσι, από τώρα άρχισα την δουλειά πήρα ένα μεγάλο κούτσουρο που βρήκα στην μεγάλη αυλή του παππού και άρχισα να το σκαλίζω για να φτιάξω μια μεγάλη ξύλινη γαβάθα για αυτούς . Ουφ,κάτι κατάλαβα απο την αντίδρασή τους πως πήραν το μάθημά τους και πως θα αλλάξουν ριζικά την στάση τους προς τον αγαπημένο μου παππουλη!!!

                                                                    ΜΑΡΙΛΕΝΑ 41       

 Αγαπητό μου ημερολόγιο,

Σήμερα ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου! Η νύφη μου επιτέλους με έβαλε να κάτσω στην ψάθινη καρέκλα και να ακουμπήσω το πήλινο πιάτο στο ξύλινο τραπέζι. Με περιποιήθηκε για πρώτη φορά και δεν μου φώναξε όταν έχυσα τη σούπα στο τραπεζομάντηλο. Λες και ήταν άλλος άνθρωπος. Τέλος πάντων ελπίζω να μείνει έτσι και να μη με ξαναδεί σαν αβοήθητο και άχρηστο γέρο.

Δικός σου,
Παππούς                (Γιώργος Σ)                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                               
Ρωσία
11/10/1890
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Η μέρα ξεκίνησε όπως κάθε μέρα. Η μητέρα μου μάλωνε τον παππού γιατί τρέμουν τα χεριά του και του πέφτει το φαγητό. Σήμερα η μητέρα του έδωσε μια ξύλινη γαβάθα για να τρώει. Ως συνήθως ο παππούς δεν είπε τίποτα. Μετά βγήκα στην αυλή και άρχισα να σκαλίζω ένα από τα ξυλά που έχουμε για προσάναμμα.   Όταν με είδε ο πατέρας με ρώτησε τι έκανα του είπα ότι έφτιαχνα μια γαβάθα για να τους ταΐζω όταν γεράσουν.Τότε πήραν τον παππού στο τραπέζι μας από την γωνία που τον έβαζαν να τρώει και του έβαλαν μια πήλινη γαβάθα.       Πιστεύω ότι δεν θα τον ξαναμαλώσουν γιατί δεν μου άρεσε καθόλου να του φωνάζουν.

                                                                                                              Ευάνθης Ρ