Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Β΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2018

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα-Χατζής

Με αφορμή το εικαστικό έργο του Κανιάρη. Αν έπρεπε να φύγω για πάντα απο τη χώρα μου τι θα έπαιρνα μαζί μου ή αλλιώς τι θα έβαζα στη βαλίτσα...

Λίγο πριν φύγω για πάντα, μακριά από αυτόν τον υπέροχο και μαγευτικό τόπο, που έχω περάσει τις πιο όμορφες και άσχημες στιγμές, θέλω να πάρω μαζί μου όλα όσα μου θυμίζουν τις πολύτιμες αυτές στιγμές από την πατρίδα μου. Θα ξεκινήσω από τα πιο μικρά και ‘ασήμαντα’ ίσως πράγματα τα οποία έχουν για εμένα την μεγαλύτερη σημασία. Μια κορνίζα με την οικογένειά μου είναι το πρώτο πράγμα που επιλέγω. Πίσω από αυτήν τη φωτογραφία της κορνίζας κρύβονται χιλιάδες και διαφορετικές στιγμές που πέρασα παρέα με τους ανθρώπους αυτούς, οι οποίοι με αγαπούν πραγματικά για αυτό που είμαι και με στηρίζουν σε κάθε καινούργιο μου βήμα για το καλύτερο και το άγνωστο. 
Κοντά μου παίρνω, ακόμα, έθιμα του δικού μου μοναδικού λαού, της πανέμορφης παράδοσης της πατρίδας μου. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκεί στην ξενιτιά να βγάζω στο σπίτι μου την ελληνική σημαία, σε κάθε εθνική γιορτή, ακόμα και μέσα στους 4 τοίχους μόνο και μόνο για να μου θυμίζει την Ελλάδα μου, την χώρα μου. Πάντα θα εύχομαι, από μέσα μου, σε κάθε γιορτή της θρησκείας μας, ο θεός να έχει καλά τους ανθρώπους που άφησα πίσω μου όσο εγώ τον υμνώ και προσεύχομαι σε εκείνον από την ξενιτιά που θα με έχει πάρει μακριά. Πάντα κάθε Χριστούγεννα, κάθε Πάσχα θα γιορτάζω κι εγώ, κι ας είμαι μόνος διατηρώντας τα έθιμά μου, πράγματα που με φέρνουν δηλαδή όλο και πιο κοντά στον τόπο μου τον μακρινό, στο μέρος που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Βέβαια μέσα σε όλα αυτά δεν μπορούν να λείψουν και οι μυρωδιές της πατρίδας μου. Το θυμάρι, ο βασιλικός και η ρίγανη είναι χαρακτηριστικές ευωδιές της Ελλάδας  και καρποί ενός ταλαιπωρημένου και γενναίου τόπου που στο άκουσμα και στην μυρωδιά τους τον θυμίζουν αμέσως. Γιατί αυτά είναι απλά πράγματα που μας χαρακτηρίζουν ως Έλληνες και αυτά θα πρέπει να έχουμε φυλαγμένα μέσα μας. Μα δεν ξεχνώ για κανένα λόγο και το φυλαχτό του πατέρα μου από τον πόλεμο. Δεν θα ξεχάσω τον σταυρό αυτό που τον είχε μαζί του στις δύσκολες εκείνες μέρες και τον προστάτευε ως το τέλος για να γυρίσει πάλι σώος πίσω σε εμάς. Αυτό το αντικείμενο έχει μεγάλη σημασία για εμένα καθώς δηλώνει πως ακόμα και στις πιο δύσκολες συνθήκες  έχοντά το κοντά σου θα καταφέρεις να επιβιώσεις και να ξεπεράσεις όλα τα εμπόδια που θα φανούν μπροστά σου. Επομένως από εδώ και πέρα, έχοντας όλα αυτά, η ζωή στην ξενιτιά σίγουρα θα είναι καλύτερη και πιο υποφερτή!   
                                                                                                                      Αφροδίτη Τ. , Β4 

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Η ζωή του ναυτικού...

Η Τίνα Στ. αφηγείται τη ζωή του παππού της ως ναυτικού μέσα από τις ιστορίες και αναμνήσεις του...


Ο παππούς μου είναι το δεύτερο παιδί μιας πολύτεκνης και φτωχής  οικογένειας. Οι γονείς του ήταν αγρότες και για αυτό όλα τα παιδιά της οικογένειας αναγκάστηκαν να φύγουν από πολύ μικρή ηλικία για να βρουν δουλειά. Έτσι, στα δεκάξι του χρόνια μπάρκαρε στο Εμπορικό Ναυτικό ως ναύτης, στη συνέχεια έγινε λοστρόμος και μετά ανθυποπλοίαρχος. 

Αρχικά ταξίδεψε με δεξαμενόπλοια (τάνκερ) και μετά με φορτηγά πλοία (liberty). Τα ταξίδια του διαρκούσαν πολλούς μήνες. Ένα από τα μεγαλύτερα του ταξίδια διήρκησε δύο χρόνια και είχε ως προορισμό Αμερική – Ιαπωνία. Κατά την διάρκεια αυτών των μεγάλων ταξιδιών του υπήρχε έντονη μοναξιά , νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένεια. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ήταν μέσω αλληλογραφίας και πολλές φορές τα γράμματα καθυστερούσαν να φτάσουν μέχρι να πιάσουν λιμάνι.
Αυτή τους την μοναξιά προσπάθησαν να την καταπνίξουν με την συντροφιά των ζώων. Σε ένα λοιπόν από τα καράβια που ταξίδεψε υπήρχε μια σκυλίτσα, η  Ραλού, η οποία απολάμβανε τα χάδια, τη φροντίδα, την αγάπη αλλά και την λατρεία όλων των ναυτικών. Δυστυχώς, όμως, αυτό το σκυλάκι δεν έζησε πολλά χρόνια καθώς εγκλωβίστηκε στο σημείο που ανεβοκατεβαίνει η άγκυρα , με αποτέλεσμα οι ναυτικοί να την χάσουν και να την βρουν μετά από μέρες πεθαμένη από υποσιτισμό.
Εκτός όμως από την μοναξιά, οι ναυτικοί είχαν να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες εργασίας. Οι συχνές βάρδιες στο κρύο, στις φουρτούνες και στην ομίχλη, που μπορούσε να κρατήσει έως και τρεις μέρες με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να χαθούν ή να χτυπήσουν πάνω σε άλλο πλοίο, εξουθένωναν τους ναυτικούς και πολλοί μάλιστα δεν άντεχαν  και έφευγαν από το πλοίο. Είχαν όμως να αντιμετωπίσουν και τις ακραίες καιρικές συνθήκες με φουρτούνες και κυκλώνες στα τροπικά κυρίως μέρη στα οποία οι Έλληνες ναυτικοί δεν ήταν συνηθισμένοι, αλλά τις αντιμετώπιζαν με ανδρεία και τόλμη.
Οι δυσκολίες αυτές έφερναν κοντά τους ανθρώπους μεταξύ τους, δημιουργώντας φιλίες που κρατούν ακόμα. Ο παππούς μου μάλιστα μιλάει ακόμα με έναν γέρο ναυτικό από τον Πειραιά που τον ξέρει περίπου 63 χρόνια και συναντιούνται, πίνουν τα ουζάκια τους και θυμούνται τα παλιά.
Τα δύσκολά περιστατικά που θυμάται είναι η σύγκρουση που είχαν πάνω σε έναν βράχο έξω από το λιμάνι της Γαλλίας αλλά και μια μεγάλη φουρτούνα στον Ινδικό ωκεανό  με τεράστια κύματα όπου και στις δύο περιπτώσεις κόντεψαν να βουλιάξουν. Όλοι οι ναυτικοί στις δύσκολές αυτές στιγμές παρακαλούσαν τον Άγιο Νικόλαο και την Παναγία να τους προστατέψει και έκαναν τάματα που θα εκπλήρωναν στις εκκλησιές των χωριών τους. Τέλος ένα άλλο περιστατικό που  θυμάται είναι όταν μεθυσμένος άνδρας έπεσε στην θάλασσα. Τότε όλοι οι ναυτικοί βοήθησαν να κατεβάσουν μια σωσίβια λέμβο στη θάλασσα για να τον βρουν. Ψάχνανε αρκετές ώρες μα δεν τον βρήκαν και τελικά υπέθεσαν πως είχε πνιγεί και έτσι επέστρεψαν στο πλοίο.    
Εκτός από τον παππού μου που είχε να αντιμετωπίσει τις ανθυγιεινές συνθήκες αλλά και όλες τις παραπάνω δυσκολίες , άσχημες στιγμές πέρασε και ο πατέρας μου με την γιαγιά μου. Η παιδική ηλικία του πατέρα μου είναι χωρίς αναμνήσεις με τον μπαμπά του. Έλειπε από όλες τις σημαντικές εκδηλώσεις του σχολείου. Ένιωθε πάντα μειονεκτικά σε σχέση με τους φίλους του καθώς εκείνοι είχαν πάντα και τους δύο γονείς τους ενώ αυτός όχι. Ακόμα και όταν ήταν όλοι μαζί αυτό ήταν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο παππούς μου όταν γυρνούσε από το μπάρκο του, πάντα  του έφερνε όμορφα δώρα για να αναπληρώνει το κενό της απουσίας του. Αν και χαιρόταν ο πατέρας μου με τα δώρα και τα παιχνίδια, θα προτιμούσε να είχε τον πατέρα του κοντά του. Όταν πλέον όμως ήρθε να μείνει μαζί τους ο μπαμπάς μου είχε μεγαλώσει ήταν δεκαοκτώ ετών και είχε συνηθίσει την απουσία του. Το ίδιο παράπονο είχε και η γιαγιά μου, η οποία αντιμετώπιζε όλες τις δυσκολίες μόνη της χωρίς καμία βοήθεια.

                                                                                                                               Τίνα Στ., Β΄4 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Οι γάτες των φορτηγών-Ν. Καββαδίας


Φανταστείτε ότι είστε ένας από τους ναύτες ενός φορτηγού πλοίου που αναφέρει ο Καββαδίας στα ποιήματά του. Στο ημερολόγιό σας γράφετε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας...

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΝΑΥΤΗ



15/8/1920

Πάλι άυπνος…για δεύτερη συνεχόμενη μέρα. Η βάρδια μου πάλι 1:00 – 6:00 το πρωί. Ευτυχώς που ο παπαγάλος μου μένει ξύπνιος και μου κρατάει συντροφιά, αλλιώς, ποιος ξέρει…

Πάλι καλά που βρίσκω ένα πεντάωρο να κοιμηθώ. Με το που ξυπνάω ακούω τον πολυαγαπημένο μου παπαγάλο. Μου θυμίζει την γυναίκα μου που την άφησα πίσω στην πατρίδα. 






19/8/1920

Ευτυχώς οι βραδινές βάρδιες έχουν τελειώσει δύο  μέρες τώρα και κοιμάμαι κανονικά. Κατά  τ’ άλλα όλα ίδια, η μυρωδιά του ψαριού, η κακή ποιότητα υγιεινής και οι σκληρές συνθήκες εργασίας. Σε λίγες μέρες φτάνουμε στον προορισμό μας, το Σύδνεϋ.



20/8/1920

Κάποιες μέρες εύχεσαι να μην υπήρχαν. Η σημερινή μέρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Με το που ξύπνησα χτυπά ο συναγερμός και το ταβάνι αρχίζει να στάζει. Ανεβαίνω στο κατάστρωμα, βλέπω νερά ίσαμε ένα μέτρο. Κοιτάω πάνω και βλέπω να έρχεται καταπάνω μου ένα κύμα τρία μέτρα περίπου, τρέχω λοιπόν πάλι στο δωμάτιό μου. Μέσα σε δύο ώρες όλα είχαν τελειώσει. Εγώ και ο παπαγάλος μου την γλυτώσαμε αλλά οι δυο καλοί μου φίλοι όχι, είναι οι δυο πρώτοι ναύτες που χάνονται σε αυτό το ταξίδι.



21/8/1920

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα στο Σύδνεϋ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, για να ξεφορτώσουμε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι ο μόνος που ξεφορτώνει. Είναι τα γενέθλιά μου αλλά πάλι εμένα αγγάρευσαν. Ενώ ήμουν λυπημένος, μετά το φαγητό ο λοστρόμος μου λέει χρόνια πολλά και μου δίνει έναν υπέροχο παπαγάλο, όλο μπλε με κίτρινα φτερά και έξυπνο βλέμμα. Εκτός από τον παπαγάλο μου έδωσε και έναν πανέμορφο γάτο με πορτοκαλί τρίχωμα και μαύρες ρίγες.  Σήμερα ξεκινάμε για την πατρίδα! Σε έξι μήνες φτάνουμε στην  Ελλάδα.

Θ.Μ.

7 Δεκεμβρίου 1935

Πολυαγαπημένη  μου,
        Πολυαγαπημένη μου που τόσο καιρό μακριά σου δεν βρίσκω το κουράγιο ούτε το όνομά σου να προφέρω.
        Συγγνώμη που άργησα τόσο να σου γράψω, μα τέσσερις μήνες τώρα δεν έχουμε κάνει ούτε μια στάση. Ήταν να κάνουμε στάση σε ένα λιμάνι στην Κροατία, μα η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη αναγκάζοντας μας να συνεχίσουμε το ταξίδι.
        Η ζωή στη θάλασσα είναι δύσκολη. Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε υγιείς, μα μερικοί υπέκυψαν στις δυσκολίες και στις ασθένειες που παραμονεύουν.
        Οφείλω να σε ενημερώσω ότι ο μικρός σου αδερφός στέκει ακόμα γερός και άκοπος. Σκληρό παλικαράκι ο Βασιλάκης! Δεν του το ’χα. Κάθε πρωί σηκώνεται χαρωπός σιγομουρμουρίζοντας ή σφυρίζοντας τη μελωδία, που μου ‘χες πει κάποτε, πως σας τραγούδαγε η μητέρα σας, όταν ήσασταν παιδιά. Κάθε μεσημέρι έρχεται στην τραπεζαρία ενθουσιασμένος παρόλο τον απαίσιο χυλό που μας σερβίρουν.
        Δεν θα σου πως μου λείπεις γιατί αυτό ήδη το ξέρεις. Μα έχω κάτι να ζητήσω από σένα. Θέλω να προσευχηθείς για μένα γιατί έχω χάσει πια το κουράγιο να το κάνω ο ίδιος.
        Πιστεύω ήρθε η ώρα να τελειώσω το γράμμα μου προς εσένα εδώ, πριν τα δάκρυα μου μουτζουρώσουν πολύ το μελάνι.
        Αντίο, πολυαγαπημένη μου, ελπίζω να ξαναϊδωθούμε σύντομα.
                                 Νεφέλη Μ. 

Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

"Σπάζουμε τη γυάλινη οροφή": η εργασία μας στο πρόγραμμα Τ4Ε

Βασικό θέμα της εργασίας είναι η «γυάλινη οροφή», τα εμπόδια δηλαδή που συναντούν οι γυναίκες στον εργασιακό χώρο. Οι μαθητές/ριες αναζητούν περιπτώσεις του φαινομένου στο διαδίκτυο, αφηγούνται τυχόν προσωπικές εμπειρίες από το συγγενικό ή φιλικό περιβάλλον, αναρωτιούνται για τα αίτια του φαινομένου και μαθαίνουν για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ που προασπίζονται τα εργασιακά δικαιώματα των γυναικών μέσα από σχετικές συνθήκες. Το διήγημα του σχολικού βιβλίου Λογοτεχνίας «Ένας αριθμός» του Ά. Τσέχωφ, που θίγει το θέμα της εργασιακής εκμετάλλευσης και της παθητικής στάσης μιας γυναίκας στη Ρωσία του 19ου αιώνα αποτελεί το έναυσμα, για να εξετάσουν οι μαθητές/ριες τι συμβαίνει στην Ευρώπη του 21ου αιώνα σε σχέση με τις γυναίκες στον εργασιακό χώρο. Οι μαθητές/ριες εργάστηκαν, κυρίως, ομαδοσυνεργατικά αλλά κι ατομικά πάνω σε ένα μοντέλο Κριτικού Γραμματισμού.
Η εργασία υλοποιήθηκε στο πλαίσο του προγράμματος Teachers 4 Europe (T4E)





Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα

Ο αφηγητής γυρίζει στον τόπο του για μια καινούρια αρχή φέρνοντας μαζί του τις αναμνήσεις από τη Γερμανία. Γράφει στο ημερολόγιο σχετικά...



Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Επιτέλους, μύρισε Ελλάδα! Αντίο Γερμανία! Από σήμερα θα ξεκινήσω μια καινούρια αρχή. Θα αρχίσω ένα νέο κεφάλαιο στο βιβλίο αυτό που λέγεται ζωή. Δεν κοιτάμε πίσω, παρά μόνο μπροστά και αφήνουμε στην ξενιτιά τη μονότονη και καταθλιπτική ρουτίνα. Από ρομπότ μετατρεπόμαστε σε ανθρώπινα όντα. Είχαμε ξεχάσει τι θα πει περιπέτεια και ποια είναι η προσωπική μας ταυτότητα. Δεχόμασταν εντολές και ήμασταν αναγκασμένοι να τις εκτελέσουμε, να τις φέρουμε εις πέρας. Τι ήμασταν; Θύματα της κοινωνίας. Από τη δουλεία στο σπίτι και από το σπίτι στη δουλειά. Τόσο καιρό ούτε ένας άνθρωπος δεν με ρώτησε ποιος είμαι, τι κάνω ή τι γυρεύω στη Γερμανία. Ούτε και κάποια κοπέλα να ενδιαφερθεί για εμένα. Ήμουν η προσωποποίηση της μοναξιάς και ούτε κάποιος προσφέρθηκε να με κάνει να αισθανθώ οικεία. Αντίθετα όλες οι περίεργες ματιές να συγκεντρώνονται προς το μέρος μου και να με κοιτάνε λες και είμαι ο <<ξενότερος>> από όλους τους ξένους της πολιτείας των ξένων. Και εγώ που νόμιζα πως περπατώντας με το κεφάλι σκυμμένο περνάς απαρατήρητος. Μα η αλήθεια είναι πως με το να περνάς απαρατήρητος ίσως και να κάνεις αισθητή την παρουσία σου.

Δικός σου
Κώστας 


                                                                                            Έλενα Π.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Eκπαιδευτικό πρόγραμμα/διαγωνισμός «Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: Εκαιδευτικές γέφυρες»

Η ιστοσελίδα με την οποία συμμετέχουμε στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα/διαγωνισμό «Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: εκπαιδευτικές γέφυρες». Με αφορμή το διήγημα του Χ. Μηλιώνη «Το συρματόπλεγμα του αίσχους», οι μαθητές/ριες του Β1 & Β5 του 2ο Γυμνασίου Αγίου Δημητρίου προβληματίζονται πάνω στο κυπριακό ζήτημα και μέσα από τις δημιουργίες τους (κειμενικές και εικαστικές) δείχνουν τις συνέπειες της διχοτόμησης, αλλα και προβάλλουν τη σημασία της επανένωσης του νησιού, την αξία της ειρήνης και της ομόνοιας. Μέσα από μουσικα ακούσματα «γνωρίζουν» την κυπριακή ελληνική. Τέλος, οπτικοποιούν κείμενα της κυπριακής λογοτεχνίας μέσα από τη ζωγραφική και την τεχνική του black out poetry.
Για να επισκεφτείτε τη σελίδα μας, κάνετε κλίκ στην εικόνα
 

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Η επιστροφή του Αντρέα

Αν ο Αντρέας αποφάσιζε να πει την αλήθεια στην κυρία Μαρία, θα της έλεγε...

  Κυρία Μαρία, η κατάσταση στα τάγματα εργασίας ήταν όπως είχατε μάθει, άσχημη. Μας είχαν πιάσει ομήρους. Στο δρόμο που πηγαίναμε στη μεγάλη πορεία για το εσωτερικό της Ανατολής, περπατούσαμε μέσα σε εδάφη άγονα, ξερά, χωρίς νερό και σκιά.  Η σιωπή του θανάτου παντού. Πουλί δεν πετούσε στον ουρανό, χρώμα δεν υπήρχε και το βράδυ οι σκιές μεγάλωναν, έτοιμες να μας φάνε. Στρατοπεδεύαμε όπου μας έβρισκε η νύχτα, ανάμεσα στις άγριες φωνές των θηρίων που έψαχναν τη λεία τους. Φοβόμασταν. Ούτε φωτιά δεν ανάβαμε. Τη μέρα η πορεία χωρίς στάσεις, μέσα στον ήλιο, με κούραση, δίψα και πείνα συνεχιζόταν. Σπάνια συναντούσαμε ανθρώπους και αν ποτέ βρισκόταν κανείς μπροστά μας, μάς αγριοκοίταζε και μας έφτυνε. Υπήρχαν αρρώστιες, πείνα, δίψα, κούραση. Στο τέλος μας πήραν και τα ρούχα και τα παπούτσια. Δουλεύαμε στα τρένα, δύσκολη δουλειά. Αδειάζαμε βαγόνια και κουβαλούσαμε βαρεία φορτία, μέχρι που δεν άντεχαν τα πόδια μας άλλο και λύγιζαν. Ήμασταν μέσα σε αποθήκες και πεθαίναμε ο ένας μετά τον άλλο από αρρώστιες. Εκεί πέθανε και ο Άγγελος. Τον σκότωσαν μπροστά στα μάτια μου. Εγώ δεν έχω καταλάβει πως κατάφερα και επέστρεψα…
                                                                               ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ.Δ  Β1



Μόλις μας πιάσανε εμένα και τον Άγγελο μας οδήγησαν  μαζί με τους υπόλοιπους  αιχμαλώτους με πορεία  το εσωτερικό  της  Ανατολής. Εκατοντάδες σκυθρωπά πρόσωπα μαζί και εμείς  προχωρούσαμε με βαριά βήματα,  καθώς κουβαλούσαν τεράστια φτυάρια  τα οποία  θα  τα χρησιμοποιούσαν αργότερα. Κανείς  δεν τολμούσε  να  σταματήσει  και όσοι  το έκαναν  σταμάτησαν ολοκληρωτικά. Σταμάτησε η πορεία τους, σταμάτησε η κούραση  και η δίψα τους σταμάτησε  και η καρδιά τους. Τους περίμενε το μαστίγιο  και ο ξυλοδαρμός  των Τούρκων. Όσο περπατούσαμε  μέσα  στο κρύο  τόσο  η ανάγκη μας για τροφή και για νερό  μεγάλωνε. Περιμέναμε  τη νύχτα όπου  όπως μας είχαν  υποσχεθεί  θα μας δίνανε  λίγο νερό και φαγητό. Μέχρι τότε μας οδήγησαν  σε ένα  ορυχείο για την εξόρυξη κάρβουνου. Ο εξευτελισμός  και η κακομεταχείριση  ήταν  στοιχεία  της καθημερινότητάς μας. Όταν  έφτασε επιτέλους  το βράδυ  οι Τούρκοι έδωσαν διαταγή να φάμε  το ψωμί  και τις σταφίδες  που μας έδωσαν. Μόλις δόθηκε η διαταγή  για το νερό όλοι  όρμησαν. Περίπου τριάντα άτομα ποδοπατήθηκαν από τη λαχτάρα τους. Τη νύχτα  αποκοιμηθήκαμε στην ύπαιθρο  και πριν καλά ξημερώσει βρισκόμασταν στα λατομεία με το φτυάρι στο χέρι  και έπειτα  αρχίσαμε την κατασκευή  της διώρυγα. Επί 14 μήνες όλα  αυτά τα υπομέναμε καθημερινά. Τη νύχτα το κρύο ήταν αδιανόητο  και όσο  περνούσαν  οι ημέρες η χολέρα  και η φυματίωση  εμφανίστηκαν και αποδεκάτισαν  τους περισσότερους  από εμάς. Ο Άγγελος  ήταν  πολύ δυνατός. Ποτέ δεν εγκατέλειψε την ελπίδα  για τα  ελευθερία.  Πολλές φορές  μου έλεγε ότι δεν φοβόταν τον θάνατο. Καθένας που φεύγει  δίνει δύναμη στους υπόλοιπους  για να συνεχίσουν. Τα λόγια αυτά  έδιναν κουράγιο και τόλμη σε όλους εμάς. Πάντα έλεγε ότι όλοι αυτοί που φεύγουν μένουν πάντα στις καρδιές  μας γεμίζοντάς τες με περηφάνια. Έτσι λοιπόν  και ο Άγγελος θα μείνει πάντα  στις καρδιές μας  θυμίζοντάς μας ότι  δε θα πρέπει  να χάνουμε ποτέ  την πίστη μας και την ελπίδα. 
Ιωάννα Χ 

Λοιπόν κυρία Μαρία αν θέλετε να μάθετε την αλήθεια θα σας την πώ. Δεν θα δειλιάσω. Ήμασταν κλεισμένοι για μέρες στο κατώι. Δεν μπορούσαμε να μένουμε άλλο, εφόσον ήταν ζήτημα χρόνου να συμβεί το μοιραίο. Πήραμε την απόφαση να δραπετεύσουμε , αλλά αυτό απέδειξε πως η τύχη δεν ήταν με το μέρος μας. Μας έπιασαν πριν χαράξει καλά – καλά, καθώς προχωρούσαμε με την ελπίδα να βρούμε ένα βαπόρι. Μας οδήγησαν με κλοτσιές σε ένα μικρό και κλειστό μέρος, σαν κρατητήριο, με σχετικά νέα και μεσόκοπα άτομα , άρρωστα και πεινασμένα. Τους εκλιπαρούσαμε για μια σταγόνα νερό, όχι για να πλυθούμε αλλά για να ξεδιψάσουμε. Μέρες αργότερα μας οδήγησαν σε ένα ήρεμο και έρημο μέρος. Μόνο που διανύσαμε την απόσταση αυτή με τα πόδια. Περπατούσαμε για ώρες ξυπόλητο , πάνω σε πέτρες, δίπλα σε γκρεμούς, σκαρφαλώναμε σε βουνά με τα γυμνά και γδαρμένα χέρια μας κρατώντας τους πληγωμένους ή και ετοιμοθάνατους συνανθρώπους μας, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαμε να συνέλθουμε από τα βίαια χτυπήματα των στρατιωτών. Επιτέλους φτάσαμε σε ένα λατομείο. Κάτω από τις ακτίνες του ήλιου το σπάσιμο των πετρών γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Ο Άγγελος ήλπιζε να αντέξουμε μέχρι το τέλος. Οι δυνάμεις του όμως ήταν εντελώς αντίθετες. Δεν άντεξε... Τα βίαια χτυπήματα τον ισοπέδωσαν. Τον σκότωσαν……. Μετά από λίγους μήνες μας άφησαν ελεύθερους. Εγώ ευτυχώς ήρθα με την πρώτη …….. και τελευταία αποστολή.


                                                                Έλενα Π. Β’5

-          Αφότου εισέβαλαν στην πόλη έπιασαν τους άνδρες και τους φυλάκισαν . Μας είπαν ότι θα μας πάνε για καταναγκαστικές εργασίες στα «αμελέ ταμπουρού,» . Δεν ήμασταν σίγουροι τι εννοούσαν αλλά ξέραμε ότι δεν ήταν  καλό .  Όσο ήμασταν στον δρόμο μαζί με τους άλλους φυλακισμένους έβλεπα την ελπίδα να απομακρύνεται , την ελπίδα ότι θα γυρίσω στην πατρίδα να χάνεται μες τα όπλα και τα μαστίγια που κρατούσαν οι εχθροί. Ο Άγγελος όμως όχι. Παρέμενε πιστός και αυτό μας ενθάρρυνε όλους . Την νύχτα φάγαμε τα λιγοστά τρόφιμα που μας έδωσαν και πεινασμένοι εγώ και ο Άγγελος πήγαμε στο κοντινό  χωρίο να ζητιανέψουμε κάτι να φάμε αλλά οι άνθρωποι πιο ψυχροί και από τους στρατιώτες μάς γύρισαν την πλάτη. Το πρωί μας πήγαν στα λατομεία. Δουλεύαμε μέχρι λιποθυμίας , οι πιο αδύναμοι και οι γέροι άρχισαν να μας αφήνουν σιγά-σιγά   από την κούραση και την ασιτία. Μετά από λίγες μέρες εγώ, ο Άγγελος και κάποιοι άλλοι σαστισμένοι, κουρασμένοι και πληγωμένοι άνδρες είπαμε πως δεν αντέχαμε άλλο. Σκεφτήκαμε να το σκάσουμε . Καθώς πλησιάζαμε το βαπόρι ακούστηκε ένας πυροβολισμός . Ο Άγγελος έπεσε κάτω. Τους έπιασαν όλους, μόνο εγώ ξέφυγα... Δεν νομίζω να γλίτωσε κανείς...
Γιάννης Π.  Β΄5

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

Γιατί; Εσωτερικοί μονόλογοι με αφορμή το "Γιατί;" του Γ. Μαγκλή




     ‘’Θεέ μου τι έκανα , γιατί σήκωσα το όπλο μου, γιατί στέρησα μια ζωή. Στέρησα από μια μάνα τον γιο, από μια αδερφή τον αδερφό της. Μπορεί να υπήρχε και κάποια κοπέλα που τον περιμένει στο σπίτι τους. Εγώ φταίω, εγώ και αυτός ο φρικτός πόλεμος. Θεέ μου γιατί να υπάρχει πόλεμος. Βοήθησε τον , βοήθησε τον να ζήσει, βοήθησε με και καν’ τον να ζήσει. Πρέπει να πάω πίσω να τον βοηθήσω . Θεέ μου δείξε μας έλεος, συχώρα με ,,

Γιάννης Π. 

Σήκω! Σήκω, σε παρακαλώ, αδερφέ μου! Μακάρι, οι σφαίρες του πιστολιού μου να μη σε είχαν αγγίξει. Ας με τιμωρήσει ο θεός για το κακό που έκανα! Βοήθα τον αδερφό μου, Θεέ μου, να ανοίξει τα μάτια του. Δες την ομορφιά της φύσης. Η φύση γιορτάζει! Άνοιξη πια! Σου στέρησα αυτή την ομορφιά... πόσο μετανιώνω! 

Ο παραλογισμός του πολέμου... Το χέρι μου σηκώθηκε σαν από μόνο του και πάτησε τη σκανδάλη. Το μυαλό μου θόλωσε. Είχαμε την ίδια επιθυμία να πιούμε λίγο νερό και να ξεφύγουμε για μια στιγμή από το μαύρο του πολέμου και να απολαύσουμε τη γεμάτη χρώμα φύση. Πριν σε δω μονολογούσα για την ομορφιά της φύσης και της ζωής και μόλις σε είδα... μεταμορφώθηκα
                                                              Ιωάννα Χ.


Ωχ θεέ μου! Γιατί δεν με σταμάτησες από το κακό που πήγαινα να κάνω; Γιατί το θύμα έπρεπε να ήταν ένας στρατιώτης με ανάγκες ίδιες με τις δικές μου; Χίλιες φορές να ήταν κάποιος  άλλος! Κάποιος που πραγματικά ευθύνεται για τον πόλεμο! Τότε δεν θα κουβαλούσα το βάρος αυτό για μια ζωή! Θα ένιωθα υπερηφάνεια και δεν θα ήμουν γεμάτος τύψεις! Ζητάω συγγνώμη και μετανιώνω για το λάθος αυτό. Ξέχασα την ανθρωπιά μου! Ξέχασα πως υπάρχουν και αθώοι άνθρωποι, μα στον πόλεμο κοιτάς να σωθείς εσύ ο ίδιος! Ξεχνάς ποιος είσαι! Γιατί να είναι αυτές οι συνέπειες του πολέμου; Γιατί να εξαρτάται η ζωή σου από τον θάνατο κάποιου άλλου ; Γιατί να υπάρχει πόλεμος;

                                                                                                              Έλενα Π. 

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Αντιπολεμικό οπτικό και ηχητικό υλικό

Οι μαθητές/ριες του Β΄5 με αφορμή το διήγημα "Γιατί;" του Γιάννη Μαγκλή συγκέντρωσαν αντιπολεμικά τραγούδια και δημιούργησαν δικά τους πολυτροπικά κείμενα.
Δημιουργήθηκε με το Padlet