Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Ο Κάσπαρ Χάουζερ στην έρημη χώρα

Ο αφηγητής γυρίζει στον τόπο του για μια καινούρια αρχή φέρνοντας μαζί του τις αναμνήσεις από τη Γερμανία. Γράφει στο ημερολόγιο σχετικά...



Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Επιτέλους, μύρισε Ελλάδα! Αντίο Γερμανία! Από σήμερα θα ξεκινήσω μια καινούρια αρχή. Θα αρχίσω ένα νέο κεφάλαιο στο βιβλίο αυτό που λέγεται ζωή. Δεν κοιτάμε πίσω, παρά μόνο μπροστά και αφήνουμε στην ξενιτιά τη μονότονη και καταθλιπτική ρουτίνα. Από ρομπότ μετατρεπόμαστε σε ανθρώπινα όντα. Είχαμε ξεχάσει τι θα πει περιπέτεια και ποια είναι η προσωπική μας ταυτότητα. Δεχόμασταν εντολές και ήμασταν αναγκασμένοι να τις εκτελέσουμε, να τις φέρουμε εις πέρας. Τι ήμασταν; Θύματα της κοινωνίας. Από τη δουλεία στο σπίτι και από το σπίτι στη δουλειά. Τόσο καιρό ούτε ένας άνθρωπος δεν με ρώτησε ποιος είμαι, τι κάνω ή τι γυρεύω στη Γερμανία. Ούτε και κάποια κοπέλα να ενδιαφερθεί για εμένα. Ήμουν η προσωποποίηση της μοναξιάς και ούτε κάποιος προσφέρθηκε να με κάνει να αισθανθώ οικεία. Αντίθετα όλες οι περίεργες ματιές να συγκεντρώνονται προς το μέρος μου και να με κοιτάνε λες και είμαι ο <<ξενότερος>> από όλους τους ξένους της πολιτείας των ξένων. Και εγώ που νόμιζα πως περπατώντας με το κεφάλι σκυμμένο περνάς απαρατήρητος. Μα η αλήθεια είναι πως με το να περνάς απαρατήρητος ίσως και να κάνεις αισθητή την παρουσία σου.

Δικός σου
Κώστας 


                                                                                            Έλενα Π.

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Ένα διαφορετικό τέλος για τον Βάνκα



Την επόμενη μέρα, ανήμερα Χριστουγέννων, ο σαραντάχρονος ταχυδρόμος πέρασε από όλα τα γραμματοκυβώτια της γειτονιάς όπου έμενε ο μικρός Βάνκας, με σκοπό να παραδοθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται μιας και ήταν γιορτές. Ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος, που αγαπούσε τη δουλειά του, και γνώριζε ότι ένα γράμμα ενός πολυαγαπημμένου προσώπου μπορεί να φέρει απέραντη αγάπη σε κάποιον. 
Μέσα στις πολυάριθμες έπιστολες και κάρτες έφτασε στα χέρια του κι ένα γράμμα χωρίς διεύθυνση. Eκείνο του Βάνκα. Γεμάτος απορία ο ταχυδρόμος το άνοιξε κι άρχισε να το διαβάζει. Τότε το μυαλό του άρχιζε να πλημμυρίζει από αμέτρητες σκέψεις και συναισθήματα. Δεν ήταν απλά λυπημένος για τη μοίρα του παιδιού,ήταν βαθύτατα στενοχωρημένος σαν ένα τεράστιο σύννεφο δυστυχίας να σκεπάζει το μυαλό του. Αποκορύφωμα όταν διάβασε <<Θα πεθάνω, να το ξέρεις>>. Ύστερα έτρεξε στο τσαγκαράσικο του Αλιαχίν, με τον οποίο είχε ιδιαίτερη σχέση, καθώς γνώριζε ότι ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να κάνει τέτοιο αμάρτημα.

 <<Αλιαχίν, Αλιαχίν>> φώναζει χτυπώντας το παράθυρο. Ο μικρός Βάνκας ανοίγει τη πόρτα κι έντρομος ρωτάει <<Ποιος είστε κύριε >>. <<Δεν έχει σημασία αγόρι μου , έλα μαζι μου για να σε σώσω από αυτό τον άσπλαχνο άνθρωπο >>.
Ο Βάνκας αμέσως ακολούθησε τον ταχυδρόμο θέλοντας επιτέλους, να δραπετεύσει από αυτή την φυλακή και τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Με την ελπίδα ότι σύντομα θα επιστρέψει στον παππού του. Ο ταχυδρόμος τον φιλοξένησε σπίτι του που βρίσκοταν στην άλλη πλευρά της Μόσχας. Ο Βάνκας ήθελε να τον ρωτήσει γιατί τον έσωσε αλλα ήταν ντροπαλός και διστακτικός,όμως τον ευχαρίστησε κι έπειτα εκείνος άρχισε να του διηγείται:
«Βάνκα είμαι σίγουρος πως πρέπει να είσαι μπερδεμένος αλλά ευχαρίστως θα σου εξηγήσω. Είμαι ταχυδρόμος κι όπως καταλαβάινεις είδα το γράμμα σου που δεν είχε διεύθυνση. Το διάβασα και οι σκέψεις και τα λόγια με άγγιξαν. Ήμουν κι εγώ ένα ορφανό παιδί σαν εσένα δούλευα από μικρή ηλικία στις χειρότερες συνθήκες, δεν υπήρχε κάποιος να νοιάζεται για εμένα, ώσπου ήρθε ένας κύριος και με έσωσε. Πρέπει να είμαι ευγνώμων, διότι εξαιτίας του απέκτησα μια φυσιολογική ζωή. Για αυτό είμαι πρόθυμος να σε βοηθήσω και να μείνεις κοντά μου όσο θέλεις». Ακούγοντας τα λόγια του ταχυδρόμου που στάζανε μέλι, τον αγκάλιασε και για τα επόμενα δυο χρόνια ανέπτυξαν μια πολύ δυνατή σχέση. Έπαιζαν μαζί, ο Βάνκας έμαθε να διαβάζει και να γράφει ακόμη χόρταινε ύπνο και φαγητό, απολαμβανε τη ζωή.
Μια μέρα χτυπάει τοκουδούνι και παρουσιάζεται ένας άνδρας λέγοντας πως είναι ο παππούς του μικρού και βέβαια ζητάει το παιδί. Εκείνη τη στιγμή ο ταχυδρόμος κοιτώντας το παιδί να τρέχει στην αγκαλιά του παππού του και να πλέει σε πελάγη ευτυχίας συνιδητοποίησε ότι ήταν τα τελευταία λεπτά μαζί του.
Ήταν καταβάθος στεναχωρημένος που δέχτηκε χωρίς καμία αμφιβολία να ζήσει στο χωριό. Τον αποχαιρέτησε προσπαθώντας να φανεί ευτυχισμένος αφού ο ίδιος είχε μια παρόμοια εμπειρία, καθώς είχε αφήσει ένα υπέροχο άνθρωπο για να βρίσκεται κοντά στο θείο του που εξελίχθηκε τέρας, τον Αλαχίν. Δυστυχώς, παρόμοια ήταν και η ζωή του Βάνκα στο χωριό. Δεν ήταν όπως περίμενε, αφού δούλευε, όμως, σε καλύτερες συνθήκες από την πόλη, κι ο παππούς αποδείχτηκε ένας δύσκολος άνθρωπος.
                                                                                               Γεράσιμος Κ.


Ξαφνικά όλα σταματούν. Μία δυνατή πόρτα χτυπά. Ο μικρός ξυπνά.
- Τι γυρεύεις στο γραφείο μου; (ο μικρός δεν μίλησε)
- Άντε , δίνε του από εδώ, πριν σε κάνω μαύρο στο ξύλο και πάρε μαζί και τα πράγματα που μου λέρωσες .
   Ο μικρός με δάκρυα στα μάτια αντιμίλησε στον σταγκάρη.
- Δε αντέχω άλλο! Όλη μέρα με βαράς. Ένα παιδί είμαι και αναζητώ λίγη αγάπη σε αυτό τον κόσμο. Είναι τόσο δύσκολό για εσένα να το καταλάβεις (έτσι είπε ο μικρός και σώπασε ).
    Τότε ο τσαγκάρης τον κλείδωσε σε ένα δωμάτιο. 

Μετά από λίγες ώρες μοναξιάς και θλίψης για τον μικρό Βάνκα μιά φωνούλα ακούστηκε . Ήταν ο παππούς του που του έλεγε πως ότι και αν συμβεί να μη μειώνει τον εαυτό του, να ανακτά δύναμη σε δύσκολές καταστάσεις και ότι θα είναι για πάντα μαζί του ό,τι και αν συμβεί. Έτσι ο μικρός σκούπισε τα δάκρυά του και άρχισε να βάζει σε δράση το σχέδιό του. 
    Το πρωί ο τσαγκάρης μπήκε στο δωμάτιο και ο μικρός βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει τα κλειδία. Αργότερα που ο τσαγκάρης έφυγε, ο μικρός άνοιξε την πόρτα του δωματίου και πήρε λίγα χρήματα από τις εισπράξεις του τσαγκαράδικου και βγήκε βιαστικά από το παράθυρο.
Αμέσως πήρε το γρηγορότερο μεταφορικό μέσω και έφτασε στο κοντινότερο χωριό .
Αναζήτησε το σπίτι του παππού του . Ξαφνικά είδε μια γνωστή γειτόνισσα του παππού του να φοράει μαύρα ρούχα και την ακολούθησε.
Πήγαινε προς ένα σπίτι , έτσι γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν το σπίτι του παππού του. Έτρεξε βιαστικά με δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα του και μπήκε στο σπίτι.
    Πρίν λίγες  μέρες  είχε πεθάνει ο παππούς του . Πλέον δεν υπήρχε τίποτα να κάνει ο μικρός Βάνκας για να ξαναδεί το πολυαγαπημένο του παππού, μόνο που τώρα έκανε την προσευχή του να βρει κάπου να ζήσει.
                                                                                                  Άρτεμις Κ.

Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

Eκπαιδευτικό πρόγραμμα/διαγωνισμός «Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: Εκαιδευτικές γέφυρες»

Η ιστοσελίδα με την οποία συμμετέχουμε στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα/διαγωνισμό «Κύπρος-Ελλάδα-Ομογένεια: εκπαιδευτικές γέφυρες». Με αφορμή το διήγημα του Χ. Μηλιώνη «Το συρματόπλεγμα του αίσχους», οι μαθητές/ριες του Β1 & Β5 του 2ο Γυμνασίου Αγίου Δημητρίου προβληματίζονται πάνω στο κυπριακό ζήτημα και μέσα από τις δημιουργίες τους (κειμενικές και εικαστικές) δείχνουν τις συνέπειες της διχοτόμησης, αλλα και προβάλλουν τη σημασία της επανένωσης του νησιού, την αξία της ειρήνης και της ομόνοιας. Μέσα από μουσικα ακούσματα «γνωρίζουν» την κυπριακή ελληνική. Τέλος, οπτικοποιούν κείμενα της κυπριακής λογοτεχνίας μέσα από τη ζωγραφική και την τεχνική του black out poetry.
Για να επισκεφτείτε τη σελίδα μας, κάνετε κλίκ στην εικόνα
 

Τρίτη, 12 Δεκεμβρίου 2017

Ένα διαφορετικό τέλος για το βιβλίο" Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς"

      7 Mαϊου 2017

Αγαπημένη μου Ελένη,

Χαίρομαι που το πάρτι σου είχε επιτυχία αλλά έχω κάποιες απορίες που θέλω να μου λύσεις. Αρχικά, πριν από λίγες μέρες πήγα στο Βόλο να σου κάνω έκπληξη επειδή ήξερα για τους αγώνες, αλλά δεν σε είδα πουθενά. Δε νομίζω πως αγωνίστηκες, αφού κανένα κορίτσι απ’ όσο έμαθα λεγόταν Ελένη. Ήταν μόνο μια κοπέλα απ’ την Ελλάδα. Οι υπόλοιπες ήταν από Νιγηρία, Κένυα. Μήπως σου συνέβη τίποτα και δεν μπόρεσες να πας. Πες μου τι έγινε, ανησυχώ πολύ.

Με αγάπη
 Βερόνικα.

Υ.Γ. Βασικά ήταν ένα κορίτσι που ήταν μαύρη, με το όνομά σου αλλά αποκλείεται να σουν εσύ. Εσύ είσαι Ελληνίδα.



                                                                   
 12 Μαϊου 2017

Αγαπημένη μου Βερόνικα,

Καταρχάς σ’ ευχαριστώ πού που πήγες στο Βόλο για μένα. Αυτό σημαίνει πολλά. Σημαίνει ότι είσαι μια αληθινή φίλη. Ήρθε τώρα όμως η στιγμή να σου αποκαλύψω κάτι. Ναι,  εγώ ήμουν εκείνη η κοπέλα που γράφει. Είμαι σίγουρη πως τώρα είσαι λίγο μπερδεμένη και θα σου εξηγήσω. Ο μπαμπάς μου είναι  από τη Νότια Αφρική και η μαμά μου από την Ελλάδα. Από τότε που γεννήθηκα μένω μόνιμα στην Αθήνα. Απλά έτυχε να πάρω το χρώμα του πατέρα μου. Όλα αυτά που σου έγγραφα δεν ήταν ψέματα. Έχω μια κολλητή, είχα γενέθλια πρόσφατα , παίζω μπάσκετ.  Δεν ήθελα να στο πω νωρίτερα γιατί φοβόμουν την απόρριψη. Πια όμως σε έχω γνωρίσει, έχω καταλάβει τι χαρακτήρας είσαι, έχεις μπεί κι εσύ στη θέση μου και για μένα είσαι μια πραγματική φίλη και πιστεύω κάποια στιγμή να τα πούμε από κοντά.

                                                                                      Φιλιά
Ελένη



                                                                                      29 Ιουνίου 2017


Αγαπημένη μου Βερόνικα,
Δε καταλαβαίνω τι συνέβη. Γιατί δεν απαντάς. Περιμένω τόσο καιρό.  Τι σου έκανα; Δε πιστεύω να φταίει αυτό που σου είπα τις προάλλες. Γιατί Βερόνικα ; Tόσο καιρό αλληλογραφούσαμε και ήταν όλα μια χαρά. Πραγματικά, δεν μπορώ να σου κρύψω τη στεναχώρια μου. Νόμιζα πως ειδικά εσύ, δε θα είχες πρόβλημα κι ήσουν διαφορετική. Όμως καταβάθος όλοι είμαστε ρατσιστές, κι ας μη το παραδεχόμαστε. Βερόνικα, γλυκιά μου, αυτό είναι ίσως το τελευταίο γράμμα που σου στέλνω. Με πιέζει ο χρόνος γιατί έχω προπόνηση και πρέπει να τελειώσω.

                                                                                         Με αγάπη
Ελένη

                                   
                                       


 02 Ιουλίου 2017

Αγαπημένη μου Ελένη,

Στεναχωριέμαι μόνο και μόνο που σκέφτηκες αυτό για μένα, αλλά σε δικαιολογώ. Εγώ ήθελα απευθείας να σου απαντήσω, όμως ο μπαμπάς μου διάβασε το τελευταίο σου γράμμα και συμπεριφέρθηκε άσπλαχνα. Αρχισε να μου λέει «Πώς τολμάς να μιλάς με μια μαύρη» κι όπως καταλαβαίνεις πολλά ακόμη. Αυτοί οι μεγάλοι συνέχεια μας λένε «Μη κάνεις παρέα με αυτόν, με εκείνον. Είναι μαύρος, είναι ξένος».  Ακόμη κι αυτοί που δέχονται ρατσισμό είναι ρατσιστές. Εμείς τα παιδιά σ’ αυτό το θέμα πρέπει να τους αγνοήσουμε, πρέπει να είμαστε όλοι ενωμένοι για ένα καλύτερο μέλλον. Είμαστε η νέα γενιά και πρέπει να εξαφανίσουμε τη λέξη «Ρατσισμός» από το λεξιλόγιο μας. Μη ξεχνάς ότι είμαστε όλοι διαφορετικοί αλλά και όλοι ίσοι.

                             Με πολλή πολλή αγάπη
                                               Βερόνικα

Γεράσιμο Κ.


Θυμάμαι από τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής...

Με αφορμή το βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα "Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα", οι μαθητές/ριες ρωτούν παππούδες/γιαγιάδες για τα χρόνια του Πολέμου και της Κατοχής. Εκείνοι θυμούνται ή ανασύρουν μνήμες από άλλες διηγήσεις και αφηγούνται...

    Δημιουργία του μαθητή Ευάνθη Ρ.       Β΄5

Ο παππούς θυμάται...
Η Κατοχή της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1941 με τη γερμανική εισβολή. Ήμουν πολύ μικρός και θυμάμαι ότι τα παιδιά της γειτονιάς μαζευόμασταν και πηγαίναμε να ζητήσουμε από τους Γερμανούς φαγητό, γιατί υπήρχε πολύ πείνα. Οι Γερμανοί μας έδινα κάτι χάρτινα κουτάκια που είχαν μέσα οδοντόκρεμα. Από την πείνα μας και μην ξέροντας τι είναι τα τρώγαμε και οι Γερμανοί γελούσαν...

Ένα ακόμη γεγονός που θυμάται...
Μετά την Κατοχή είχε δημιουργηθεί ένας οργανισμός, η ΟΥΝΤΡΑ που πρόσφερε βοήθεια κυρίως ρουχισμό στον ελληνικό λαό. Θυμάμαι πως με ανυπομονησία περίμενα να πάρω κάποιο ρούχο.Περίμενα να έρθει η Ούντρα.Μου έτυχε ένα μάλλινο πράσινο γυναικείο παλτό σε μεγαλύτερο νούμερο. Παρόλο που κρύωνα, δεν το φόρεσα ποτέ, γιατί θα με κορόιδευαν...
                                                                                                Θεοφανία Γ.


-Παππού,μπορείς να μου διηγηθείς μια εμπειρία σου απο την Κατοχή;
-Βεβαίως, αλλά επειδή ήμουν πολύ μικρός μπορώ να σου διηγηθώ μία περιπέτεια του πατέρα μου. Ο προπάππους σου, Γεώργιος Κώτης, κατετάγη εθελοντής στο Ναυτικό την περίοδο της Κατοχής. Σε μία αποστολή, το πολεμικό πλοίο στο οποίο υπηρετούσε, πήρε εντολή να πάει να καταλάβει ενα γερμανικό πλοίο στα παράλια της Αφρικής φορτομένο με πολεμοφόδια, το οποίο επέβλεπε μια μικρή φρουρά Γερμανών. Σαν έφτασαν ξημερώματα και πλησίασαν, άναψαν οι προβολείς απο το γερμανικό πλοίο και άρχισαν να πυροβολούν οι Γερμανοί. Οι Έλληνες κατάφεραν και πήδηξαν στο εχθρικό πλοίο. Ο παππούς φάνηκε άτυχος. Πηδώντας γλύστρισε και η κουμπωμένη του χλαίνη γατζώθηκε στη δέστρα του πλοίου. Στα πέντε μέτρα τον σημάδευε ένας Γερμανός. Πατάει την σκανδάλη αλλά το όπλο δεν εκπυρσοκροτούσε. Βλέποντας αυτά ο παππούς τραβάει την ξιφολόγχη του, κόβει το κουμπί από τη χλαίνη και πέφτει στη θάλασσα. Αυτό ήταν η σωτηρία του. Μετά απο λίγη ώρα βγήκαν νικητές οι Έλληνες, μάζεψαν τον παππού απο τη θάλασσα και επέστρεψαν συνοδεύοντας το γερμανικό πλοίο με τα πολεμοφόδια στο λιμάνι της Χάιφα(Λίβανος), όπου βρισκόταν το Ελληνικό στρατηγείο. Τους υποδέχτηκαν σαν ήρωες!!
-Ευχαριστώ πολύ παππού!!
-Τίποτα αγόρι μου.
                                                                                             Γιώργος Σ.


Ο παππούς μου μου διηγήθηκε ένα περιστατικό που αφορούσε τον προπάππου μου...
Κατά τη διάρκεια της κατοχής οι γερμανοί έδωσαν τον έλεγχο των περιοχών ανατολικά του Στρυμόνα ποταμού, στους συμμάχους τους Βουλγάρους. Οι Γερμανοί έδρασαν με αυτόν τον τρόπο από ανάγκη, διότι έπρεπε να μεταφέρουν τα στρατεύματα τους στην Ευρώπη και την Αφρική όπου ακόμη έκανα επεκτατικούς  πολέμους .                          
 Το χωριό μου ,η Μονοκκλησιά Σερρών ήταν από τις περιοχές ανατολικά του Στρυμόνα που κατέλαβαν τελικά οι Βούλγαροι. Οι Βούλγαροι ήταν πιο σκληροί από τους Γερμανούς και προκάλεσαν πολλά περιστατικά. Σε ένα από αυτά συγκέντρωσαν ανήλικα αγόρια, σχετικά, μεγάλα σε ηλικία. Ήταν και ο προπάππους μου εκεί. Τους έδειραν όλους πάρα πολύ. Τον προπάππου μου αφού τον έδειραν, τον μαχαίρωσαν στο κεφάλι,  πίσω από το αυτί,  με αποτέλεσμα να χάσει την ακοή του και να είναι αναγκασμένος να φοράει ακουστικό για όλη την υπόλοιπη ζωή του. 
                                                                              Κωνσταντίνα Γ.


Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

Ερωτήσεις για τη συγγραφέα...

Την Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου η συγγραφέας Μαρούλα Κλιάφα θα  μας κάνει την τιμή και θα επισκεφτεί το σχολείο μας. Οι μαθητές/ριες του Α2 διάβασαν το βιβλίο "Ο δρόμος για τον παράδεισο είναι μακρύς" και θέλουν να τη ρωτήσουν...
1) Πώς αποφασίσατε να γίνετε συγγραφέας;
2) Σε ποια ηλικία ξεκινήσατε να γράφετε βιβλία;
3) Όταν ήσασταν παιδί ποιο βιβλίο σας άρεσε; Είχατε κάποιον αγαπημένο συγγραφέα;
4) Πόσο καιρό σας πήρε να γράψατε το βιβλίο «Ο δρόμος για τον Παράδεισο είναι μακρύς»;
5) Το βιβλίο που διαβάσαμε περνάει πολλά μηνύματα. Είναι πραγματικά καταπληκτικό και συγκινητικό. Από πού εμπνευστήκατε το θέμα;
6) Η ιστορία είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα; Είδαμε ότι είναι αφιερωμένο σε μια Μαρία από το Φιέρι και σε μια Βερονίκη από το Αργυρόκαστρο
7) Ποιο θα είναι το επόμενο βιβλίο σας;
8) Ως μαθήτρια ήσασταν καλή στην έκθεση;
9) Είναι δύσκολο να γράφει κανείς λογοτεχνικά βιβλία;
10) Σκοπεύετε να γράψετε δεύτερο μέρος του βιβλίου;
11) Σε εσάς ποιος χαρακτήρας του βιβλίου άρεσε περισσότερο; Η Ελένη ή η Βερόνικα;