Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Α΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λογοτεχνία Α΄ Γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Γράφω το δικό μου παραμύθι...Ο Μάικ ο Αναγνωστάκης, η πεντάμορφη βασίλισσα, ο δειλός βασιλιάς κι άλλα πολλά παραμύθια

Στο πλαίσιο προώθησης της φιλαναγνωσίας, οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2, στις 9 Νοεμβρίου 2017, συμμετείχαν σε ειδικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα του Ιδρύματος Λασκαρίδη με θέμα:"Γράφω τη δική μου ιστορία" με εισηγήτρια τη Χριστίνα Ανδρέου, θεατρολόγο και συγγραφέα. Στόχος του προγράμματος είναι η εξοικείωση των παιδιών με τη δημιουργική γραφή και τους κανόνες της. Μέσα από τη συζήτηση, αλλά και τις ηλικιακά προσαρμοσμένες ασκήσεις πάνω στην τέχνη του γραψίματος, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τη σύνθετη διαδικασία της συγγραφής. Η προσπάθεια των παιδιών ήταν εξαιρετική. Ευχαριστούμε θερμά την κ. Ανδρέου. Μερικά από τα παραμύθια μας....
(περιμένω και τα υπόλοιπα ;-) )


Μάικ ο Αναγνωστάκης
Μια φορά κι έναν καιρό  γύρω από ένα τεράστιο και επιβλητικό κάστρο ζούσε σε μια συνοικία μια ομάδα χελωνών που διέφεραν από τις υπόλοιπες. Καθημερινά προπονούνταν ατελείωτες ώρες για να μπορούν να κινούνται και να τρέχουν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο . Τσακώνονταν για το ποια είναι η πιο γρήγορη . Όμως ο Μάικ ήταν εκείνος που έκανε τη διαφορά. Ήταν ο πιο ταχύς από όλους, μια ταλαντούχα χελώνα. Ωστόσο δεν είχε το ίδιο πάθος με τις άλλες χελώνες . Δεν του άρεσαν καθόλου οι αγώνες ούτε το τρέξιμο. Οι υπόλοιπες χελώνες έλεγαν «Αχ βρε Μάικ, αχ βρε Μάικ » και τον κορόιδευαν . Όμως εκείνος δεν απελπιζόταν. Έψαχνε να βρει τι είναι αυτό που θα το έκανε πραγματικά ευτυχισμένο.
Μια μέρα είχε τη φαεινή ιδέα να μπει στο κάστρο. Καμιά άλλη χελώνα δε τολμούσε να κάνει κάτι παρόμοιο. Έκανε μια βόλτα σκεπτικός και ξαφνικά είδε μπροστά του ένα βιβλίο. Γεμάτος περιέργεια το άνοιξε και ήξερε να διαβάζει. Κατάλαβε ότι ήταν ένα βιβλίο με αρχαίους γρίφους . Έτρεξε γρήγορα να φτάσει στη συνοικία των χελωνών. Άρχιζε να φωνάζει «Ξέρω να διαβάζω, ξέρω να διαβάζω». Όλοι τον αγνόησαν και τον περιφρόνησαν λέγοντας «Σιγά  που ξέρεις και να διαβάζεις» . Ο Μάικ πλήρως απογοητευμένος πήγε και κοιμήθηκε. Την επόμενη μέρα έκανε ακριβώς το ίδιο και πάλι κανείς δεν του έδωσε σημασία. Την τρίτη μέρα έφερε και το βιβλίο μαζί του. «Παιδιά, παιδιά είναι επείγον» φώναξε. Όλες οι χελώνες ήρθαν τρομοκρατημένες . Τότε ο Μάικ άρχισε να διαβάζει το βιβλίο με τους γρίφους . Όλοι έμειναν με ανοιχτό το στόμα  «Μα πώς! Μα πώς!». Τα εύσημα και τα χειροκροτήματα ήταν ασταμάτητα.
Μετά από αυτό κανείς δεν κορόιδεψε το Μάικ, επειδή ήταν διαφορετικός . Ακόμη του έδωσαν κι ένα παρατσούκλι «Μάικ ο Αναγνωστάκης»  κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Γεράσιμος Κ.

Η πεντάμορφη βασίλισσα
          Μια φορά κι έναν καιρό. Τα πολύ παλιά τα χρόνια, σε ένα τεράστιο και όμορφο παλάτι ζούσε μια πεντάμορφη βασίλισσα η οποία ήταν πολύ ευγενική και γενναιόδωρη με όλο τον κόσμο. Όμως στο παλάτι ζούσε και μια κακιά υπηρέτρια που μισούσε τη βασίλισσα και ήθελε να την ξεφορτωθεί, ώστε να πάρει τη θέση της. Έτσι, λοιπόν, η υπηρέτρια σκέφτηκε πολλά καταχθόνια σχέδια. Τελικά κατέληξε στο πιο φοβερό. Σκέφτηκε να πάρει έναν μαγικό καθρέφτη ο οποίος θα ρουφούσε τη βασίλισσα. Πήρε τον καθρέφτη και τον έβαλε στο δωμάτιο της βασίλισσας. Μόλις εκείνη μπήκε μέσα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και τη ρούφηξε. Το σχέδιο της υπηρέτριας φάνηκε να πετυχαίνει. Η καλή ψυχή και η καλή καρδιά, όμως της βασίλισσας έσπασαν τον καθρέφτη και ελευθερώθηκε. Η υπηρέτρια απογοητεύτηκε πάρα πολύ. Η βασίλισσα, όμως, την παρηγόρησε, παρόλο που εκείνη προσπάθησε να την ξεφορτωθεί και της είπε πως θα είναι η καλύτερή της φίλη. Τότε η υπηρέτρια ένιωσε κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ. ΧΑΡΑ! Από τότε η βασίλισσα κι η υπηρέτρια έγιναν οι καλύτερες φίλες. Κι έζησαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα
  Γιάννης Κ. 

Ο ΔΕΙΛΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ
           Μια φορά κι έναν καιρό σε μια πολύ μακρινή χώρα ζούσε ένα πριγκιπόπουλο. Μια ημέρα ο πατέρας του, του ανακοίνωσε πως θα γινόταν η τελετή, για να πάρει την βασιλεία. Την επόμενη ημέρα της τελετής, ο νέος πλέον βασιλιάς που ήταν πολύ δειλός, ζήτησε από τον πατέρα του να πάει ένα ταξίδι. Ήθελε λέει να σκεφτεί. Έτσι, λοιπόν, πήρε το φτερωτό του άλογο και πήγε… στη ζούγκλα για λίγες μέρες. Περπατούσε με τις ώρες, ώσπου κάποια στιγμή άκουσε έναν περίεργο θόρυβο. Το άλογό του τρόμαξε και πέταξε μακριά. Μετά από λίγα λεπτά εμφανίστηκε μέσα από τα φύλλα ένα μικρό ξωτικό. Ο βασιλιάς έπαψε να σκέφτεται πλέον για το βασίλειο και άρχισε να σκέφτεται τρόπους για να γυρίσει πίσω. Το ξωτικό με νοήματα οδήγησε τον δειλό βασιλιά σε ένα καλυβάκι. Μόλις φτάσανε του άνοιξε η όρεξη. Έψαξε αλλά δεν βρήκε τίποτα για να φάει. Έμεινε στην ζούγκλα για χρόνια μαζί με το ξωτικό. Έμαθε να σφάζει ζώα και να κόβει ξύλα, ώστε να εξασφαλίσει τις ανάγκες του για τροφή και ζεστασιά. Πότε δεν πίστευε πως θα μπορούσε να ζήσει χωρίς τα πλούτη του. Ωστόσο τα κατάφερε. Νόμιζε ότι θα έμενε για πάντα στη ζούγκλα. Μια μέρα όμως όλα ανατράπηκαν. Εκεί που άνοιγε τα ντουλάπια της καλύβας ώστε να βρει χώρο να βάλει το κρέας που είχε σφάξει εκείνη την ημέρα, βρήκε ένα κουτί. Το κουτί έγραφε επάνω: ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΖΑΧΑΡΩΤΑ. Ο δειλός βασιλιάς ήταν τόσο χαρούμενος που θα έτρωγε μετά από χρόνια κάποιο γλυκό. Όταν άνοιξε το κουτί απογοητεύτηκε. Αμέσως όμως το χαμόγελο εμφανίστηκε πάλι στα χείλη του. Το περιεχόμενο του ήταν….ένα κινητό τηλέφωνο. Με ένα περίεργο τρόπο το κινητό είχε σήμα μέσα στη ζούγκλα. Πήρε κατευθείαν τηλέφωνο στο παλάτι του και το σήκωσε ο μπάτλερ του. Τότε ο βασιλιάς του είπε να στείλει ανθρώπους να τον πάρουν από τη ζούγκλα. Σε δύο μόλις μέρες ο βασιλιάς βρισκόταν, μετά από χρόνια, στο παλάτι. Αυτό φυσικά συνέβη επειδή δεν τα παράτησε ποτέ και είχε ελπίδες μέχρι το τέλος. Έτσι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα! 
                                                                                             Κωνσταντίνα Μ.

                                             «Ο φαταούλας σεφ»
     Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φαταούλας σεφ. Αυτός ο σεφ ήταν έξυπνος, είχε ανεπτυγμένο λεξιλόγιο, ήταν ψηλός και μαγείρευε υπέροχα. Παρόλ’ αυτά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα: έτρωγε ακατάπαυστα! Όποιο φαγητό κι αν έφτιαχνε, το έτρωγε (αφού ήταν τόσο νόστιμο)!
     Δυστυχώς, μια μέρα καθώς μαγείρευε στην κουζίνα του εστιατορίου του, που λεγόταν «κουφάλα του δέντρου», ακούστηκε ένα τεράστιο φύσημα. Το φύσημα όλο και δυνάμωνε, δυνάμωνε, ώσπου ξαφνικά ο ένας τοίχος του εστιατορίου κατέρρευσε. Τότε, φάνηκε στον ορίζοντα μια γιγαντιαία ηλεκτρική σκούπα που αναφωνούσε «ρουφάω, ρουφάω»!
   Ο φαταούλας σεφ φοβόταν για τα φαγητά (και όχι για τους πελάτες) του τα οποία πλησίαζε όλο και περισσότερο η ηλεκτρική σκούπα. Οι πιατέλες με τα μακαρόνια αναποδογύρισαν, τα κεφτεδάκια έπεσαν στο πάτωμα, οι σαλάτες γέμισαν λάδια όλη την κουζίνα και τα ταρτάκια εκτινάχτηκαν στα πρόσωπα των πελατών. Ο φαταούλας σεφ μέσα σε δευτερόλεπτα, με επιδέξιες κινήσεις ανέβηκε πάνω στην τεράστια ηλεκτρική σκούπα και πάτησε το κουμπί, για να κλείσει. Έτσι δεν καταστράφηκε περισσότερο το εστιατόριο και δεν χάθηκαν άλλα φαγητά και οι πελάτες.
    Τελικά, ο γίγαντας του διπλανού βασιλείου είχε ξεχάσει να κλείσει την ηλεκτρική σκούπα, η οποία είχε αφηνιάσει.
   Όμως χάρη στο γενναίο και φαταούλα σεφ, «η κουφάλα του δέντρου» (καθώς και όλος ο υπόλοιπος κόσμος) σώθηκε. « Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!!» 
Μάριος Κ.



Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Το σχολείο στα χρόνια των γονιών, του παππού και της γιαγιάς...

Οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2 παίρνουν συνεντεύξεις...

Μαμά, θα ήθελα να σε ρωτήσω για τα σχολικά σου χρόνια.. 
Πώς ήταν το κτήριο του σχολείου;
To σχολείο ήταν ένα μικρό κτήριο στο κέντρο του χωριού. Διέθετε δύο μικρές αίθουσες και το γραφείο του δασκάλου, όπου έμενε, καθώς δεν υπήρχε σπίτι στο χωριό να νοικιάσει. Η σχολική αυλή ήταν στρωμένη με χώμα και στην άκρη της υπήρχαν δυο πανύψηλα πεύκα όπου περνάγαμε ευχάριστα το διάλλειμα μας.
Τότε οι μαθητές φορούσαν ό,τι ήθελαν;

Τότε τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά σε σχέση με σήμερα. Θυμάμαι ότι μέχρι την Τρίτη δημοτικού, γιατί στη συνέχεια ευτυχώς άλλαξε το σύστημα, εμείς τα κορίτσια ήμασταν υποχρεωμένες να φοράμε μπλε ποδιές σαν ρόμπες που έκλειναν με κουμπιά, ενώ τα αγόρια ένα μπλε πουκάμισο.
Οι δάσκαλοι πως συμπεριφέρονταν στους μαθητές ;
H συμπεριφορά των δασκάλων εκείνη την εποχή θεωρείται αδιανόητη σήμερα. Συνήθιζαν  να τιμωρούν αυστηρά τους μαθητές ακόμη κι όταν ο λόγος ήταν ασήμαντος. Η ξύλινη βέργα βρισκόταν μονίμως πάνω στην έδρα του δασκάλου και καθημερινά τη χρησιμοποιούσε. Οι μαθητές δεν τολμούσαν να αντιμιλήσουν και τους φοβόντουσαν. Έδειχναν σεβασμό και υπήρχε απόσταση στην επικοινωνία μεταξύ τους.

Υπάρχει κάποιο περιστατικό που δε θα ξεχάσεις ποτέ ;
Θυμάμαι το οργισμένο ύφος του δασκάλου όταν εκείνος ετοιμαζόταν να δείρει με τη βέργα το μαθητή στο χέρι κι ο μαθητής τελευταία στιγμή τράβηξε το χέρι και η βέργα προσγειώθηκε στο πόδι του δασκάλου. Εκείνος άρχισε να ουρλιάζει, ο μαθητής εξαφανίστηκε από το σχολείο, ενώ τα υπόλοιπα παιδιά προσπαθούσαν με δυσκολία να κρύψουν τη χαρά τους από το πάθημα του δασκάλου.  Για καλή μας τύχη η σχολική χρονιά βρισκόταν στο τέλος της.
Τα μαθήματα διέφεραν από τα σημερινά και πώς ήταν τα βιβλία;
Tα περισσότερα μαθήματα ήταν ίδια αλλά τα βιβλία εντελώς διαφορετικά. Εκείνα τα χρόνια μόνο η γλώσσα και τα μαθηματικά περιλάμβαναν ασκήσεις, όλα τα υπόλοιπα ήταν κατεβατά κείμενα που έπρεπε να μάθουμε απ’ έξω. Μάλιστα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού ίσχυε το πολυτονικό σύστημα που μας έκανε τη ζωή δύσκολη αλλά σύντομα 
καταργήθηκε. Όσον αφορά τα βιβλία είχαν πολλές λεπτομέρειες και ήταν δύσκολο να τα απομνημονεύσει κανείς.
Τέλος πώς περνούσες στο σχολείο ;
Δεν μπορώ να πω ότι το απολάμβανα γιατί υπήρχε μεγάλη αυστηρότητα και έλεγχος της ζωής των μαθητών και μέσα και έξω από το σχολείο. Μην ξεχνάς ότι ζούσα σε μικρό χωριό όπου ο δάσκαλος κυκλοφορούσε τα απογεύματα και γνώριζε τα πάντα για εμάς .
                                                                                                                                                                                    Γεράσιμος Κ.


Ε: Γιαγιά, θα ήθελα να σε ρωτήσω κάτι για μια εργασία μου στο σχολείο. Πως ήταν το εκπαιδευτικό σύστημα όταν εσύ πήγαινες σχολείο;
Γ: Τι μου θύμισες τώρα! Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω το ξύλο και τις τιμωρίες των δασκάλων.
Ε:  Ποιο ξύλο; Τι εννοείς;
Γ: Στην δική μου εποχή τα πράγματα στο σχολείο ήταν πολύ πολύ αυστηρά. Οι δάσκαλοι θεωρούσαν ότι απαραίτητο εργαλείο της μαθησιακής διαδικασίας ήταν η βίτσα.
Ε: Τι είναι η βίτσα; 
Γ: Ένας μεγάλος ξύλινος χάρακας. Κάθε φορά που κάναμε κάποιο λάθος η αταξία οι δάσκαλοι, μας βάραγαν με αυτό. Επίσης, πολλές φορές μας έκλειναν σε σκοτεινές αποθήκες, μας έβαζαν να γονατίζουμε με τις ώρες στα χαλίκια ή το χειρότερο από όλα: μας έβαζαν με το κεφάλι στον τοίχο, όρθιους, μπροστά σε όλη την τάξη.
Ε: Μα γιατί τα έκαναν αυτά; Είναι εντελώς αντιπαιδαγωγικό.
Γ: Γιατί πίστευαν πως μόνο έτσι θα διαβάσουμε. Νόμιζαν πως αν τους φοβόμαστε, θα είμαστε και καλοί  μαθητές. Ποτέ δεν κατάλαβαν ότι με αυτό που έκαναν μας τρομοκρατούσαν.
Ε: Ευχαριστώ, γιαγιά, με βοήθησες πολύ!
Γ: Τίποτα εγγονάκι μου. Πήγαινε τώρα να συνεχίσεις το διάβασμα.
                                                                                            
                                                                                                            Εφραίμ Κ.


-Μαμά θέλω να σου πάρω μια συνέντευξη για τις αναμνήσεις σου από τα μαθητικά χρόνια!
-Για πες μου.
-Ποια είναι η πιο έντονη ανάμνηση σου από το σχολείο;
-Η πιο έντονη μου ανάμνηση ήταν όταν πήγα μια μέρα αδιάβαστη. Με τσάκωσε ο δάσκαλος και με χτύπησε με τον χάρακα στα χέρια και από τότε δεν πήγα ποτέ αδιάβαστη!

-Πιστεύεις ότι αυτό το σύστημα είναι απαραίτητο και τώρα;
-Φυσικά και όχι!!! Καταρχάς είναι κακοποίηση και πλέον παράνομο. Βέβαια στην δικιά σου περίπτωση κάτι τέτοιο πρέπει να γίνει.
-Αστείο! Εσύ φορούσες στολή για να πας σχολείο.
-Ναι αλλά μόνο στο δημοτικό. Στο γυμνάσιο και στο λύκειο πήγαινα κανονικά με τα ρούχα μου.
-Θυμάσαι καμία καλή ανάμνηση από το σχολείο;
-Αυτό που μου έχει σημαδέψει τις αναμνήσεις είναι το παιχνίδι που κάναμε με τους συμμαθητές μου! Όπως η Αντάνα δηλαδή το σημερινό κουτσό ή όπως το Ζούγκα τα πλακάκια ή ρίξε τα πετράκια, όπως θα το λέγαμε σήμερα.

-Ωραία! Πιστεύεις ότι η τότε εποχή του σχολείου είναι πιο ωραία από την τωρινή;
-Ναι ήταν πιο ωραία γιατί τότε κατά την δική μου άποψη ήταν πιο ανέμελα δηλαδή αντί να είμαστε μπροστά από έναν υπολογιστή ή από ένα κινητό ήμασταν έξω και παίζαμε στους δρόμους και τα στενάκια!
-Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου! έμαθα πολλά πράγματα για την τότε εποχή και για σένα!
                                                                                                                                                                                      Μελίνα Κ.




Ο παππούς και το εγγονάκι

Οι μαθητές κι οι μαθήτριες του Α2 μπαίνουν στη θέση του παππού, του Μίσα, της μητέρας ή του πατέρα και γράφουν στο ημερολόγιό τους...                                                                            

                                                                                                                15/12/1890

Αγαπημένο ημερολόγιο,


Τις τελευταίες μέρες συμβαίνουν αρκετά περίεργα γεγονότα στο σπίτι. Εδώ και καιρό έχω παρατηρήσει ότι οι γονείς μου συμπεριφέρονται με αγένεια και ασέβεια προς το πρόσωπο του παππού. Είναι τόσο ευγενικός και φιλικός εκείνος κι αναρωτιέμαι μήπως έχει κάνει κάτι και δεν το έχω πάρει είδηση, γιατί εμένα δε θα μ’ άρεσε να με σιχαίνονται ή να με απεχθάνονται τα παιδιά μου. Πολλές φορές οι μεγάλοι εμάς τα παιδιά μας μπερδεύουν. Ό,τι πράττουν νομίζουν πώς είναι σωστό. Είναι λυπηρό να αντιμετωπίζουμε με αυτόν τον τρόπο τους ηλικιωμένους. 
Ειδικά χθές η μαμά προσέβαλε και φώναξε στον παππού μόνο και μόνο, γιατί έπεσε ένα πιάτο με φαγητό. Ήθελα εκείνη τη στιγμή να πάρω θέση και να πω κάτι στη μαμά, αλλά παρά ήμουν διστακτικός. Έτσι κι αλλιώς ο μπαμπάς συνέχεια λέει "η μαμά έχει πάντα δίκιο". Μου φαίνεται ότι την υπακούει ότι κι αν πει και (ίσως) έχω ψιλιαστεί ότι την φοβάται. Θα έλεγα ότι η μαμά είναι ο αρχηγός και ο μπαμπάς ο βοηθός της.  Μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά στο σχολείο μας είπαν ότι οι γονείς είναι παράδειγμα προς μίμηση. Τώρα που το σκέφτομαι αύριο πρωί πρωί να φτιάξω μια γαβάθα να είναι έτοιμη όταν οι γονείς μου γεράσουν.Έτσι όπως έκαναν και στον παππού.                                                                                   
                                                                                       Γεράσιμος Κ.


Αγαπητέ ημερολόγιο,
Είναι μια από τις λίγες στιγμές που μου δόθηκε η ευκαιρία να σκεφτώ. Σήμερα προς το μεσημεράκι έγινε πάλι ένα συμβάν με την νύφη μου και με τον υιό μου που με συγκλόνισε.
Όπως και τις προηγούμενες μέρες καθόμουν για να φάω στην μεγάλη χτιστή χωριάτικη θερμάστρα, όπου συνήθως πλάγιαζα. Καθώς έτρωγα η πήλινη γαβάθα που είχε μέσα το φαί μου ξέφυγε από τα χέρια μου έπεσε και έσπασε. Τότε η νύφη μου άρχισε να μου φωνάζει και μου είπε πως θα έτρωγα σε ξύλινη γαβάθα. Εκείνη την στιγμή δεν είχα άλλες επιλογές, το μόνο που έκανα ήταν να αναστενάξω.
Δεν είπα τίποτα άλλο, δεν είχα κουράγιο ούτε να μιλήσω. Σκέφτηκα πως ο υιός μου δεν μου έδινε πια σημασία ούτε έλεγε κάτι στην νύφη μου για τον τρόπο που μου συμπεριφερόταν. Αυτή η κατάσταση που ζούσα τόσα χρόνια με έκανε να αισθάνομαι περιθωριοποιημένος, μόνος και πολλές φορές βάρος για τα ίδια μου τα παιδιά. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και κάτι εντελώς απρόσμενο συνέβη. Η πόρτα άνοιξε και μπροστά μου αντίκρισα τον υιό και την νύφη μου, δακρυσμένους. Μου ζήτησαν από εδώ και στο εξής να τρώμε όλοι μαζί το τραπέζι, σαν οικογένεια. Αυτή η μέρα με έκανε να νιώσω ευτυχισμένος, ενθουσιασμένος και ξανά ένα αγαπητό μέλος της οικογένειάς μου.
                                                                                   Εφραίμ Κ.


Σάββατο 8 Οκτωβρίου 1897

Αγαπητό ημερολόγιο,
Σήμερα ήταν μία τέλεια ημέρα με λιακάδα έξω. Εγώ πέρασα πολύ ευχάριστα την ημέρα μου, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω γιατί η μαμά κι ο μπαμπάς δεν βάζουν τον παππού να τρώει μαζί μας πλέον.Μονίμως κάθεται στην χτιστή χωριάτικη θερμάστρα. Επίσης, με στεναχώρησε το περιστατικό που έγινε σήμερα το μεσημέρι. Ο παππούς καθόταν δίπλα στην χτιστή χωριάτικη θερμάστρα και έτρωγε την σούπα του, στο πήλινο πιάτο. Ξαφνικά ξέφυγε από τα χέρια του έπεσε στο πάτωμα και έσπασε. Τότε η μαμά άρχισε να τον μαλώνει και να του φωνάζει.

Αισθάνθηκα πολύ άσχημα. Το μεσημέρι έφτιαχνα μία ξύλινη γαβάθα και ο μπαμπάς και η μαμά καθόντουσαν σε δύο καρεκλίτσες του δωματίου μου και μιλούσανε.Ξαφνικά ο μπαμπάς με ρώτησε:
-Τι φτιάχνεις εκεί;
Κι εγώ του απάντησα:
-Φτιάχνω μία ξύλινη γαβάθα, για να σας ταΐζω εσένα και την μαμά, όταν γεράσετε. Τότε και οι δύο συγκινήθηκαν...
                                                                                                                     Άρτεμις Κ.

15 Δεκεμβρίου  1895
Σήμερα νιώθω πολύ στενοχωρημένος, επειδή η νύφη μου με μάλωσε που της έσπασα το πήλινο πιάτο. Εγώ όμως που είμαι ενενήντα δύο χρονών δεν μπορώ να πιάσω καλά τα πιάτα ή τα πιρούνια, ούτε μπορώ να ακούσω καλά και ούτε να βλέπω τόσο καλά. Μου λέει ότι όλα της τα χαλάω!
16 Δεκεμβρίου 1895
Ξύπνησε μια παγωμένη ημέρα. Όλοι ήταν μέσα στο ζεστό σπίτι, εκτός από τον εγγονό μου. Μια στιγμή κοίταξα έξω από το παράθυρό μου και παρατήρησα τον Μίσα. Μάλλον έφτιαχνε κάτι με ένα κομμάτι από ένα κούτσουρο.   

17 Δεκεμβρίου 1895
Ξύπνησα νωρίς, διότι άκουγα φωνές από την κουζίνα. Ήταν η νύφη μου που με φώναζε. Μου έλεγε ότι μου είχε ετοιμάσει ένα πεντανόστιμο πρωινό. Ξαφνιάστηκα που μου το είπε αυτό, γιατί συνήθως δεν θέλει να τρώω μαζί τους. Ένιωσα μεγάλη έκπληξη, αλλά ταυτόχρονα και χαρά!

                                                                        Παναγιώτα Κ.




Σάββατο, 20 Μαΐου 2017

Αγαπητό μου ημερολόγιο...

    Η Αλίκη, η αφηγήτρια από το απόσπασμα "Ταξίδι χωρίς επιστροφή" γράφει στο ημερολόγιό της...        
                                                                        
                                                                                        Αύγουστος 1922
Αγαπητό μου ημερολόγιο,
Σήμερα φτάσαμε στον Πειραιά. Στο βαπόρι δεν έκλεισα τα μάτια μου ούτε στιγμή! Βλέπεις με περιτριγύριζαν σκέψεις. Οι απορίες δεν με άφηναν να κοιμηθώ! Τα συναισθήματα μου ήταν ανάμικτα. Είχα έναν κόμπο στο στομάχι. Η αγωνία, ο φόβος, ο πόνος, η αγανάκτηση και η στενοχώρια είχαν γίνει ένα. Μια ομάδα! Λες και με πολεμούσαν! Πραγματικά αναρωτιέμαι για το μέλλον μου! Τι με περιμένει άραγε; Θα ξαναδώ την μητέρα μου; Μήπως ξέρεις εσύ ;Εγώ δυστυχώς δεν ξέρω! Μόνο ο θεός το ξέρει! Να σε ρωτήσω και κάτι άλλο; Αν ήταν θέλημα θεού….. γιατί να γίνει τέτοια μεγάλη συμφορά; Ήθελα να ήξερα ποιος ευθύνεται για όλα αυτά! Γιατί πάλι όλη αυτή η αναταραχή; Τόσα ερωτήματα και καμία απάντηση. Αυτή φαίνεται ήταν η μοίρα μου. Την μοίρα δεν μπορεί να την αλλάξει κανείς. Σωστά;
Αυτά για σήμερα καλό μου ημερολόγιο!
Δική σου!
Αλίκη
                                                                                    Έλενα Παππά Α΄5


Ελεύθερες δημιουργιες με αφορμή το κείμενο "Ταξίδι χωρίς επιστροφή"

Φωτιάς γεγονότα
Μάτια υγρά χείλη κλειστά
βλέμματα πικρά γεμάτα θλίψη
ατμόσφαιρα με φλόγα γεμάτη

το ίδιο και οι καρδιές γεμάτες φλόγα για την καταστροφή σου Σμύρνη.
Πριν λίγες μέρες ήταν που σε είχα  συντροφιά μου και περπατούσαμε μαζί στους δρόμους σου...
Σμύρνη, φημισμένη με τις γοητευτικές σου συνοικίες που σε διέσχιζα πάντα με το ίδιο συναίσθημα κάτι που μοιάζει σαν φλόγα ναι φλόγα ένιωθα στις βόλτες μου μαζί σου. Τώρα πια εσύ είσαι στις φλόγες τυλιγμένη και όχι εγώ. Είσαι κατεστραμμένη  γεμάτη ουλές και η ομορφιά  σου χάθηκε. Μέσα σε λίγα λεπτά  άφησες  τη φωτιά να σε αγκαλιάσει. Ουρλιαχτά παντού γύρω σου. Η φλόγα αγκάλιασε πολλούς ανθρώπους. Τώρα  πια με κυρίευσε  κι εμένα η φλόγα του αποχαιρετισμού μας με αγκάλιασε  η φλόγα  της ανάμνησής σου και του θανάτου. Άραγε αγκαλιάζει η φλόγα;

Ιωάννα  Χ

Σήμερα γαλάζιος ουρανός
σήμερα άσπρη μέρα
στη Σμύρνη όμως σηκώνεται
η στάχτη στον αέρα

Καπνό γεμίζει ο άνεμος
και αίμα τα ποτάμια
καίγονται τώρα και απ’
τα σπίτια τα καλάμια

Πλοία συνέχεια έφευγαν
με προσφυγές χιλιάδες
αφήνοντας πίσω τους νεκρούς
σφαγμένες τις μανάδες
Ευάνθης Ρ. 

Ταξίδι χωρίς επιστροφή...
Στη Σμύρνη το ΄22
Η Δήμητρα και η οικογένεια της
Επιβιβαστήκανε στο πλοίο
Για να πάνε στην Αθήνα
Και να επισκεπτούν την θεία Ντίνα 
Τη νύχτα αυτή
Τα νεύρα της είχε η θάλασσα
Το πλοίο άρχιζε να βουλιάζει
Και η Δήμητρα να αναστενάζει
Τα μάτια της ανοιγοκλείνει
Και βλέπει την μαμά της να την αφήνει
Να χάνεται ξαφνικά
Και ούτε μια τελευταία αγκαλιά
Της είπε να προσέχει
Και να μην στενοχωρηθεί ποτέ 
Η Δήμητρα τα μάτια της ανοιγοκλείνει
Και βλέπει τον μπαμπά της να την αφήνει
Να χάνεται ξαφνικά
Και ούτε μια τελευταία αγκαλιά
Της είπε να προσέχει
Και να μην στενοχωρηθεί ποτέ
Η Δήμητρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της
Και είχε μείνει μόνη της
Χωρίς μαμά
Χωρίς μπαμπά
Ένιωθε μόνη της υπερβολικά
Όμως οι γονείς της από ψηλά την προσέχανε
Και η Δήμητρα τα λογικά της έχανε
Δεν ήξερε τι να κάνει
Άρχισε να τα χάνει
Είχε μείνει μόνη της...
Και το σώμα της στην θάλασσα έπεσε
Ενώ η ψυχή της στον Παράδεισο έφτασε
Έλενα Π.  





Μνήμες από τη Μικρά Ασία

Η γιαγιά της Έφης Τ. θυμάται όσα της είχα διηγηθεί για τη Μικρά Ασία και η Έφη μας τα παρουσιάζει με τον δικό της τρόπο

Μνήμες από τη Μικρά Ασία
Πολλοί ως λεγόμενοι Τουρκοσπορίτες είναι Έλληνες μετανάστες που έφυγαν από την Πόλη λόγω πολιορκίας. Οι περισσότεροι από αυτούς ζουν γύρω μας, ανάμεσα μας. Όλοι είναι Έλληνες αλλά με διαφορετικές συνήθειες. Οι παιδικές ιστορίες των γιαγιάδων μας μένουν πάντα αξέχαστες… ιστορίες από τα παιδικά τους χρόνια και από την δύσκολη ζωή τους. Μόνο ότι η ιστορία της δικής μου γιαγιάς είναι λίγο ξεχωριστή…

Από μικρό κορίτσι έμενε στoν συνοικισμό. Είχε δυο ακόμα αδερφές και οι γονείς της προερχόντουσαν από πολύ εύπορη οικογένεια, ζούσαν πλουσιοπάροχα στη Σμύρνη και ευτυχισμένα. Είχαν τις συνήθειες και την κουλτούρα της Πόλης, ήταν γνήσιοι Μικρασιάτες. Έφτιαχναν ιδιαίτερα φαγητά που φτιάχνουμε ακόμα και τώρα, όπως γκιουσλεμέδες, τουρλού και πολλά σμυρνέικα γλυκά, όπως  μουτζαχητ Ντουκιατζή. Μαγείρευαν με πολλά μπαχαρικά και προτιμούσαν τις έντονες γεύσεις στα φαγητά τους. Οι γονείς τους ήταν αυστηροί αλλά πολύ καλοί άνθρωποι. Μιλούσαν τούρκικα μέσα στο σπίτι, όταν ήθελαν να μην τους καταλαβαίνουν τα παιδιά. Στα παιδιά μιλούσαν ελληνικά.
 Όλα αυτά όμως άλλαξαν, όταν έγινε η άλωση της Σμύρνης το 1922. Έπρεπε να ξεχάσουν όλα όσα ήξεραν και να έρθουν σε έναν ξένο τόπο και να ζήσουν την υπόλοιπη ζωή τους. Όλοι ήταν αισιόδοξοι μέχρι που ήρθαν αντιμέτωποι με τον ρατσισμό. Οι Έλληνες δεν υποδέχτηκαν τους Μικρασιάτες με ανοιχτές τις αγκάλες τους αλλά αντιθέτως δεν τους ήθελαν και τους έλεγαν Τουρκοσπορίτες. Για να μην μπλεχτούν με τους ντόπιους Έλληνες κάποια συγκεκριμένα τμήματα σε κάποιες πόλεις περιορίστηκαν για αυτούς και ονομάστηκαν συνοικισμοί. Ένας από αυτούς είναι στο Ρέντη. Η οικογένεια της γιαγιάς μου μετανάστευσε εκεί και πλέον χωρίς χρήματα και δουλειά έπρεπε να αντιμετωπίσουν την δύσκολη ζωή που τους περίμενε.
Η γιαγιά μου άρχισε το σχολείο στο Ρέντη αλλά στο γυμνάσιο σταμάτησε γιατί της απαγόρευσε την εκπαίδευση ο θείος της λέγοντας της ότι είναι ανούσια και την πήρε να δουλέψει στο εργοστάσιο του. Μετά από χρόνια ως και τώρα κρατάμε τις συνήθειες που είχαν οι παππούδες μου, ο παππούς μου γνήσιος μετανάστης από την Καπαδοκία της Μικράς Ασίας και η γιαγιά μου από την Σμύρνη.

Ο καθένας με την δική του ξεχωριστή ιστορία και τις δικές του αναμνήσεις...
                                                                                                            Έφη Τ.  Α΄5

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού

Παρουσίαση μαθήτριας


Η συνάντηση του Βάνκα και του Κωνσταντή

Ένα πρωί το αφεντικό του Βάνκα τον έστειλε να αγοράσει υλικά για το τσαγκαράδικο. Ο Κωνσταντής όπως κάθε μέρα  ζητιάνευε στο δρόμο καθισμένος σε ένα παγκάκι κρατώντας ένα ποτήρι για τα χρήματα που θα μάζευε. Καθώς ο Βάνκας έτρεχε να προλάβει μην κλείσει το μαγαζί ανοιχτό έγινε η συνάντηση.
Κωνσταντής: Ε! Πρόσεχε λίγο έτσι όπως τρέχεις μου έριξες κάτω  τα χρήματα!
Βάνκας: Συγγνώμη πρέπει να προλάβω μην κλείσει ένα μαγαζί Γιατί αν κλείσει χάθηκα!
Κωνσταντής: Περίμενε λίγο! Κάθισε μαζί μου να μου κάνεις παρέα !Όλη την ημέρα είμαι μόνος μου!
Βάνκας: Σε καταλαβαίνω κι εγώ όλη την ημέρα είμαι κλεισμένος στο τσαγκαράδικο του αφεντικού μου χωρίς κανένα φίλο. Πώς σε λένε;
Κωνσταντής: Με λένε  Κωνσταντή  .Εσένα;
Βάνκας: Βάνκα
Κωνσταντής: Γιατί είσαι μόνος σου  Βάνκα;
Βάνκας: Οι γονείς μου έχουν πεθάνει και δουλεύω σε ένα  τσαγκαράδικο, για να μπορέσω να ζήσω. Αν και το αφεντικό μου μού δίνει  ελάχιστο φαγητό. Και τώρα αν αργήσω και δεν προλάβω το μαγαζί πάλι θα μείνω νηστικός το βράδυ!
Κωνσταντής: Δεν έκανες καμία προσπάθεια να βρεις τους άλλους συγγενείς  σου; 

Βάνκας: Έστειλα ένα γράμμα στον παππού μου στο χωριό αλλά μάταια! Κανείς  δεν ενδιαφέρεται για εμένα! Εσύ, γιατί είσαι μόνος σου μες στο δρόμο και ζητιανεύεις;
Κωνσταντής: Οι γονείς μου είναι στην Αλβανία. Τους έχουν διώξει από εδώ. Όταν έφυγαν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εμένα και από εκείνη τη μέρα ζητάω έλεος από τους ανθρώπους χωρίς καμία ανταπόκριση. Μόνο η κυρία Δέσποινα  μου έδωσε λίγο φαγητό και κάποια ρούχα. Αλλά μια μέρα με έδιωξε από το σπίτι! Εγώ φταίω όμως δεν έπρεπε να δανειστώ λεφτά χωρίς να τη ρωτήσω! Μόλις με είδε  να τα παίρνω με πέταξε έξω από το σπίτι !
Βάνκας: Και εγώ έχω  υποστεί τις ίδιες δυσκολίες στη ζωή μου! Όλες οι αναμνήσεις μου είναι γεμάτες βία και πόνο!
Κωνσταντής: Μπορούμε να γίνουμε φίλοι και να συναντιόμαστε εδώ κάθε μέρα  Έτσι ώστε να μην νιώθουμε μοναξιά!
Βάνκας: Συμφωνώ! Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες να σωθούμε και όταν κάποιος τα καταφέρει θα έρθει να βοηθήσει και τον άλλο! Τώρα θα πρέπει να φύγω πριν θυμώσει  το αφεντικό μου! Γ εια σου Κωνσταντή!
Κωνσταντής: Γεια σου Βάνκα θα τα ξαναπούμε!

                                                                                                         Ιωάννα Χ.  Α΄5


Κάποια στιγμή ο Αλιάχιν πήρε την απόφαση να διώξει τον Βάνκα από το τσαγκαράδικο. Ρούχα δεν του έδωσε, ούτε και τον τάισε πριν φύγει. Ο Βάνκας τριγυρνούσε ξυπόλητος στο χιόνι, προσπαθώντας να βρει κάποιον περαστικό, για να τον ρωτήσει μήπως γνώριζε που βρισκόταν το χωριό του. Ο τόπος έρημος, δεν πατούσε ψυχή. Ομίχλη παντού. Μέσα σε αυτήν κατάφερε να διακρίνει μια σκιά. Πλησίασε προς το μέρος της σκιάς για να αντικρίσει το άτομο που ίσως τον βοηθούσε να φτάσει στο χωριό του. Έφτασε πιο κοντά και διέκρινε όλα τα χαρακτηριστικά του! Δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια! Θα έπρεπε να έβλεπε όνειρο! Έτριψε τα μάτια του, μα δεν άλλαξε κάτι. Ο ξάδερφός του ζούσε στην Αλβανία, όμως είχε γίνει θαύμα! Ο Βάνκας αγκάλιασε τον Κωσταντή. Μια ξεχασμένη μυρωδιά τον τριγύριζε.
-Βάνκας: Μυρίζεις ό,τι μυρίζω και εγώ;  
-Κων/ντής: Ναι όμως μην ανησυχείς. Αυτή η οσμή       προέρχεται από τα μαλλιά μου.
-Βάνκας: Και πώς μυρίζουν τόσο ωραία; 

-Κων/ντής: Μεγάλη ιστορία! Μια μέρα, καθώς μετρούσα την είσπραξη της ημέρας, μια ηλικιωμένη κυρία, μου άνοιξε πρόθυμα την πόρτα του σπιτιού της,  ώστε να προφυλαχτώ από την βροχή. Με τάισε με όλα τα καλούδια και αφού μπανιαρίστηκα έπεσα για ύπνο. Τι πολυτέλειες διαθέτουν μερικοί άνθρωποι! Αφού έμεινα τρεις-τέσσερις μέρες στο παλατάκι της κυρίας Δέσποινας μου πρότεινε να με αναλάβει η οικογένεια του φίλου του Αντωνάκη, του εγγονού της, που ζει στη Μόσχα. Έτσι λοιπόν μου έδωσε ένα εισιτήριο, ώστε να φτάσω εδώ και ήρθα.
-Βάνκας: Με τι ταξίδεψες;
-Κων/ντής: Με αεροπλάνο. Πρώτη φορά ταξίδεψα με αυτό.
Ακολούθησε ένα λεπτό ησυχίας και έπειτα η συζήτηση ξανάρχισε.
Κων/ντής: Θα μου κάνεις μια χάρη;
-Βάνκας: Ναι.
Κων/ντής: Θα έρθεις να μείνεις μαζί μου στο καινούριο σπίτι; Μου έχεις λείψει τόσο.
Το χαμόγελο του Βάνκα σβήστηκε.
-Βάνκας: Η αλήθεια είναι πως η Μόσχα δεν συγκρίνεται με το χωριό. Έχει πολλές πολυτέλειες αλλά εγώ προτιμώ την απλότητα του χωριού και την φροντίδα του παππού.
Ο Κων/ντής νευρίασε. Επί ένα τέταρτο κοιταζόντουσαν. Δεν ξαναμίλησαν. Μόνο αγκαλιάστηκαν. Ο Βάνκας αποχαιρέτησε τον Κων/ντή ξέροντας πως το αντίο αυτό θα ήταν οριστικό. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Και από τότε δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
                                                                                                    Έλενα Παππά        Α΄5

Ένα διαφορετικό τέλος για τον Βάνκα...

    Γρήγορα-γρήγορα ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί, για να περάσει το πολύτιμό του μήνυμα από τη χαραμάδα. Μαζί του πήρε και ένα γράμμα του Αλιάχιν. Το γράμμα αυτό προοριζόταν για κάποιον συγγενή του. Ο Βάνκας, παρόλη την περιέργειά του, δεν το άνοιξε. Καθώς έτρεχε προς το κουτί, προσπαθούσε να φορέσει ένα λεπτό ζακετάκι, διότι έκανε κρύο, τσουχτερό κρύο. Όμως ήταν ακατόρθωτο να φορέσει το ζακετάκι κρατώντας δύο γράμματα στο ένα του χέρι. Ξαφνικά το γράμμα του Αλιάχιν γλιστρά από το χεράκι του εννιάχρονου παιδιού και προσγειώνεται σε μια λακκούβα γεμάτη λάσπη. Ο Βάνκας σάστισε!

    Τι να κάνει δεν ήξερε! Δίχως σκέψη βούτηξε την παλάμη του στη λακκούβα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει μια δικαιολογία η οποία θα τον έσωζε από τα χτυπήματα του αφεντικού του. Ο Βάνκας απελπισμένος έπιασε το μουσκεμένο γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του. Έριξε το μήνυμα που πίστευε πως ήταν η μοναδική του ελπίδα σωτηρίας και τρέχοντας έφτασε στην εξώπορτα του τσαγκαράδικου. Ο Βάνκας μπήκε μέσα και έκανε τον ανήξερο. Ο Αλιάχιν τον ρώτησε αν έστειλε το γράμμα. Απάντηση δεν πήρε. Το ύφος του έγινε ακόμα πιο σοβαρό και αυστηρό. Ο Βάνκας αποφάσισε να του πει την αλήθεια. Εξοργισμένος ο Αλιάχιν τον άφησε  ηστικό για τρείς ολόκληρες μέρες. Ο Βάνκας δεν άντεξε. Το φαγητό το έβλεπε μόνο στα όνειρα του και βλέποντας ένα από αυτά ....... άφησε και την στερνή του την πνοή. 

                                                                                                          Έλενα Παππά Α΄5
    

Μόλις ο Βάνκας πέταξε το γράμμα μέσα στο κουτί, θυμήθηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει να γράψει. Ο Βάνκας πλησίασε τον Κύριο Σέρχιο Αραούχο, ο οποίος είχε τα κλειδιά για το κουτί και τον παρακάλεσε να το ανοίξει για να διορθώσει το γράμμα. Μόλις ο Κύριος Σέρχιο ανοίγει το κουτί, είδαν πως δεν υπήρχε κανένα γράμμα και έτσι απόρησαν. Μια κυρία που καθόταν στην στάση του λεωφορείου, η οποία ήταν απέναντι από το γραμματοκιβώτιο τούς είπε πως μόλις ο Βάνκας πήγε να ζητήσει τα κλειδιά, ένα φορτηγό μάζεψε όλα τα γράμματα για να τα δώσει στους παραλήπτες.

    Ο Βάνκας προσπάθησε να τρέξει όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να προλάβει το φορτηγό αλλά ήταν εξαντλημένος από τη συνεχή δουλειά. Ο Βάνκας πίστεψε πως όλες οι  ελπίδες του χάθηκαν και θα ήταν αναγκασμένος να ζει στη Μόσχα μέχρι να πεθάνει αλλά ο άνθρωπος που οδηγούσε το φορτηγό γνώριζε τον κύριο Κωνσταντή Μακάριτς και πήγε ως το χωριό που ζούσε για να του παραδώσει το γράμμα. Την άλλη μέρα ο παππούς εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στον Βανκα την ώρα που εργαζόταν και τον πήρε στο χωριό.
                                                                            Εντι Σαντσες (Α5)