Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Βάνκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ο Βάνκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη, 8 Φεβρουαρίου 2018

Ένα διαφορετικό τέλος για τον Βάνκα



Την επόμενη μέρα, ανήμερα Χριστουγέννων, ο σαραντάχρονος ταχυδρόμος πέρασε από όλα τα γραμματοκυβώτια της γειτονιάς όπου έμενε ο μικρός Βάνκας, με σκοπό να παραδοθούν όσο πιο γρήγορα γίνεται μιας και ήταν γιορτές. Ήταν ένας καλόκαρδος άνθρωπος, που αγαπούσε τη δουλειά του, και γνώριζε ότι ένα γράμμα ενός πολυαγαπημμένου προσώπου μπορεί να φέρει απέραντη αγάπη σε κάποιον. 
Μέσα στις πολυάριθμες έπιστολες και κάρτες έφτασε στα χέρια του κι ένα γράμμα χωρίς διεύθυνση. Eκείνο του Βάνκα. Γεμάτος απορία ο ταχυδρόμος το άνοιξε κι άρχισε να το διαβάζει. Τότε το μυαλό του άρχιζε να πλημμυρίζει από αμέτρητες σκέψεις και συναισθήματα. Δεν ήταν απλά λυπημένος για τη μοίρα του παιδιού,ήταν βαθύτατα στενοχωρημένος σαν ένα τεράστιο σύννεφο δυστυχίας να σκεπάζει το μυαλό του. Αποκορύφωμα όταν διάβασε <<Θα πεθάνω, να το ξέρεις>>. Ύστερα έτρεξε στο τσαγκαράσικο του Αλιαχίν, με τον οποίο είχε ιδιαίτερη σχέση, καθώς γνώριζε ότι ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να κάνει τέτοιο αμάρτημα.

 <<Αλιαχίν, Αλιαχίν>> φώναζει χτυπώντας το παράθυρο. Ο μικρός Βάνκας ανοίγει τη πόρτα κι έντρομος ρωτάει <<Ποιος είστε κύριε >>. <<Δεν έχει σημασία αγόρι μου , έλα μαζι μου για να σε σώσω από αυτό τον άσπλαχνο άνθρωπο >>.
Ο Βάνκας αμέσως ακολούθησε τον ταχυδρόμο θέλοντας επιτέλους, να δραπετεύσει από αυτή την φυλακή και τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης. Με την ελπίδα ότι σύντομα θα επιστρέψει στον παππού του. Ο ταχυδρόμος τον φιλοξένησε σπίτι του που βρίσκοταν στην άλλη πλευρά της Μόσχας. Ο Βάνκας ήθελε να τον ρωτήσει γιατί τον έσωσε αλλα ήταν ντροπαλός και διστακτικός,όμως τον ευχαρίστησε κι έπειτα εκείνος άρχισε να του διηγείται:
«Βάνκα είμαι σίγουρος πως πρέπει να είσαι μπερδεμένος αλλά ευχαρίστως θα σου εξηγήσω. Είμαι ταχυδρόμος κι όπως καταλαβάινεις είδα το γράμμα σου που δεν είχε διεύθυνση. Το διάβασα και οι σκέψεις και τα λόγια με άγγιξαν. Ήμουν κι εγώ ένα ορφανό παιδί σαν εσένα δούλευα από μικρή ηλικία στις χειρότερες συνθήκες, δεν υπήρχε κάποιος να νοιάζεται για εμένα, ώσπου ήρθε ένας κύριος και με έσωσε. Πρέπει να είμαι ευγνώμων, διότι εξαιτίας του απέκτησα μια φυσιολογική ζωή. Για αυτό είμαι πρόθυμος να σε βοηθήσω και να μείνεις κοντά μου όσο θέλεις». Ακούγοντας τα λόγια του ταχυδρόμου που στάζανε μέλι, τον αγκάλιασε και για τα επόμενα δυο χρόνια ανέπτυξαν μια πολύ δυνατή σχέση. Έπαιζαν μαζί, ο Βάνκας έμαθε να διαβάζει και να γράφει ακόμη χόρταινε ύπνο και φαγητό, απολαμβανε τη ζωή.
Μια μέρα χτυπάει τοκουδούνι και παρουσιάζεται ένας άνδρας λέγοντας πως είναι ο παππούς του μικρού και βέβαια ζητάει το παιδί. Εκείνη τη στιγμή ο ταχυδρόμος κοιτώντας το παιδί να τρέχει στην αγκαλιά του παππού του και να πλέει σε πελάγη ευτυχίας συνιδητοποίησε ότι ήταν τα τελευταία λεπτά μαζί του.
Ήταν καταβάθος στεναχωρημένος που δέχτηκε χωρίς καμία αμφιβολία να ζήσει στο χωριό. Τον αποχαιρέτησε προσπαθώντας να φανεί ευτυχισμένος αφού ο ίδιος είχε μια παρόμοια εμπειρία, καθώς είχε αφήσει ένα υπέροχο άνθρωπο για να βρίσκεται κοντά στο θείο του που εξελίχθηκε τέρας, τον Αλαχίν. Δυστυχώς, παρόμοια ήταν και η ζωή του Βάνκα στο χωριό. Δεν ήταν όπως περίμενε, αφού δούλευε, όμως, σε καλύτερες συνθήκες από την πόλη, κι ο παππούς αποδείχτηκε ένας δύσκολος άνθρωπος.
                                                                                               Γεράσιμος Κ.


Ξαφνικά όλα σταματούν. Μία δυνατή πόρτα χτυπά. Ο μικρός ξυπνά.
- Τι γυρεύεις στο γραφείο μου; (ο μικρός δεν μίλησε)
- Άντε , δίνε του από εδώ, πριν σε κάνω μαύρο στο ξύλο και πάρε μαζί και τα πράγματα που μου λέρωσες .
   Ο μικρός με δάκρυα στα μάτια αντιμίλησε στον σταγκάρη.
- Δε αντέχω άλλο! Όλη μέρα με βαράς. Ένα παιδί είμαι και αναζητώ λίγη αγάπη σε αυτό τον κόσμο. Είναι τόσο δύσκολό για εσένα να το καταλάβεις (έτσι είπε ο μικρός και σώπασε ).
    Τότε ο τσαγκάρης τον κλείδωσε σε ένα δωμάτιο. 

Μετά από λίγες ώρες μοναξιάς και θλίψης για τον μικρό Βάνκα μιά φωνούλα ακούστηκε . Ήταν ο παππούς του που του έλεγε πως ότι και αν συμβεί να μη μειώνει τον εαυτό του, να ανακτά δύναμη σε δύσκολές καταστάσεις και ότι θα είναι για πάντα μαζί του ό,τι και αν συμβεί. Έτσι ο μικρός σκούπισε τα δάκρυά του και άρχισε να βάζει σε δράση το σχέδιό του. 
    Το πρωί ο τσαγκάρης μπήκε στο δωμάτιο και ο μικρός βρήκε την ευκαιρία να αρπάξει τα κλειδία. Αργότερα που ο τσαγκάρης έφυγε, ο μικρός άνοιξε την πόρτα του δωματίου και πήρε λίγα χρήματα από τις εισπράξεις του τσαγκαράδικου και βγήκε βιαστικά από το παράθυρο.
Αμέσως πήρε το γρηγορότερο μεταφορικό μέσω και έφτασε στο κοντινότερο χωριό .
Αναζήτησε το σπίτι του παππού του . Ξαφνικά είδε μια γνωστή γειτόνισσα του παππού του να φοράει μαύρα ρούχα και την ακολούθησε.
Πήγαινε προς ένα σπίτι , έτσι γρήγορα κατάλαβε ότι ήταν το σπίτι του παππού του. Έτρεξε βιαστικά με δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλα του και μπήκε στο σπίτι.
    Πρίν λίγες  μέρες  είχε πεθάνει ο παππούς του . Πλέον δεν υπήρχε τίποτα να κάνει ο μικρός Βάνκας για να ξαναδεί το πολυαγαπημένο του παππού, μόνο που τώρα έκανε την προσευχή του να βρει κάπου να ζήσει.
                                                                                                  Άρτεμις Κ.

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Σύμβαση για τα δικαιώματα του παιδιού

Παρουσίαση μαθήτριας


Η συνάντηση του Βάνκα και του Κωνσταντή

Ένα πρωί το αφεντικό του Βάνκα τον έστειλε να αγοράσει υλικά για το τσαγκαράδικο. Ο Κωνσταντής όπως κάθε μέρα  ζητιάνευε στο δρόμο καθισμένος σε ένα παγκάκι κρατώντας ένα ποτήρι για τα χρήματα που θα μάζευε. Καθώς ο Βάνκας έτρεχε να προλάβει μην κλείσει το μαγαζί ανοιχτό έγινε η συνάντηση.
Κωνσταντής: Ε! Πρόσεχε λίγο έτσι όπως τρέχεις μου έριξες κάτω  τα χρήματα!
Βάνκας: Συγγνώμη πρέπει να προλάβω μην κλείσει ένα μαγαζί Γιατί αν κλείσει χάθηκα!
Κωνσταντής: Περίμενε λίγο! Κάθισε μαζί μου να μου κάνεις παρέα !Όλη την ημέρα είμαι μόνος μου!
Βάνκας: Σε καταλαβαίνω κι εγώ όλη την ημέρα είμαι κλεισμένος στο τσαγκαράδικο του αφεντικού μου χωρίς κανένα φίλο. Πώς σε λένε;
Κωνσταντής: Με λένε  Κωνσταντή  .Εσένα;
Βάνκας: Βάνκα
Κωνσταντής: Γιατί είσαι μόνος σου  Βάνκα;
Βάνκας: Οι γονείς μου έχουν πεθάνει και δουλεύω σε ένα  τσαγκαράδικο, για να μπορέσω να ζήσω. Αν και το αφεντικό μου μού δίνει  ελάχιστο φαγητό. Και τώρα αν αργήσω και δεν προλάβω το μαγαζί πάλι θα μείνω νηστικός το βράδυ!
Κωνσταντής: Δεν έκανες καμία προσπάθεια να βρεις τους άλλους συγγενείς  σου; 

Βάνκας: Έστειλα ένα γράμμα στον παππού μου στο χωριό αλλά μάταια! Κανείς  δεν ενδιαφέρεται για εμένα! Εσύ, γιατί είσαι μόνος σου μες στο δρόμο και ζητιανεύεις;
Κωνσταντής: Οι γονείς μου είναι στην Αλβανία. Τους έχουν διώξει από εδώ. Όταν έφυγαν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε για εμένα και από εκείνη τη μέρα ζητάω έλεος από τους ανθρώπους χωρίς καμία ανταπόκριση. Μόνο η κυρία Δέσποινα  μου έδωσε λίγο φαγητό και κάποια ρούχα. Αλλά μια μέρα με έδιωξε από το σπίτι! Εγώ φταίω όμως δεν έπρεπε να δανειστώ λεφτά χωρίς να τη ρωτήσω! Μόλις με είδε  να τα παίρνω με πέταξε έξω από το σπίτι !
Βάνκας: Και εγώ έχω  υποστεί τις ίδιες δυσκολίες στη ζωή μου! Όλες οι αναμνήσεις μου είναι γεμάτες βία και πόνο!
Κωνσταντής: Μπορούμε να γίνουμε φίλοι και να συναντιόμαστε εδώ κάθε μέρα  Έτσι ώστε να μην νιώθουμε μοναξιά!
Βάνκας: Συμφωνώ! Θα συνεχίσουμε τις προσπάθειες να σωθούμε και όταν κάποιος τα καταφέρει θα έρθει να βοηθήσει και τον άλλο! Τώρα θα πρέπει να φύγω πριν θυμώσει  το αφεντικό μου! Γ εια σου Κωνσταντή!
Κωνσταντής: Γεια σου Βάνκα θα τα ξαναπούμε!

                                                                                                         Ιωάννα Χ.  Α΄5


Κάποια στιγμή ο Αλιάχιν πήρε την απόφαση να διώξει τον Βάνκα από το τσαγκαράδικο. Ρούχα δεν του έδωσε, ούτε και τον τάισε πριν φύγει. Ο Βάνκας τριγυρνούσε ξυπόλητος στο χιόνι, προσπαθώντας να βρει κάποιον περαστικό, για να τον ρωτήσει μήπως γνώριζε που βρισκόταν το χωριό του. Ο τόπος έρημος, δεν πατούσε ψυχή. Ομίχλη παντού. Μέσα σε αυτήν κατάφερε να διακρίνει μια σκιά. Πλησίασε προς το μέρος της σκιάς για να αντικρίσει το άτομο που ίσως τον βοηθούσε να φτάσει στο χωριό του. Έφτασε πιο κοντά και διέκρινε όλα τα χαρακτηριστικά του! Δεν μπορούσε να ήταν αλήθεια! Θα έπρεπε να έβλεπε όνειρο! Έτριψε τα μάτια του, μα δεν άλλαξε κάτι. Ο ξάδερφός του ζούσε στην Αλβανία, όμως είχε γίνει θαύμα! Ο Βάνκας αγκάλιασε τον Κωσταντή. Μια ξεχασμένη μυρωδιά τον τριγύριζε.
-Βάνκας: Μυρίζεις ό,τι μυρίζω και εγώ;  
-Κων/ντής: Ναι όμως μην ανησυχείς. Αυτή η οσμή       προέρχεται από τα μαλλιά μου.
-Βάνκας: Και πώς μυρίζουν τόσο ωραία; 

-Κων/ντής: Μεγάλη ιστορία! Μια μέρα, καθώς μετρούσα την είσπραξη της ημέρας, μια ηλικιωμένη κυρία, μου άνοιξε πρόθυμα την πόρτα του σπιτιού της,  ώστε να προφυλαχτώ από την βροχή. Με τάισε με όλα τα καλούδια και αφού μπανιαρίστηκα έπεσα για ύπνο. Τι πολυτέλειες διαθέτουν μερικοί άνθρωποι! Αφού έμεινα τρεις-τέσσερις μέρες στο παλατάκι της κυρίας Δέσποινας μου πρότεινε να με αναλάβει η οικογένεια του φίλου του Αντωνάκη, του εγγονού της, που ζει στη Μόσχα. Έτσι λοιπόν μου έδωσε ένα εισιτήριο, ώστε να φτάσω εδώ και ήρθα.
-Βάνκας: Με τι ταξίδεψες;
-Κων/ντής: Με αεροπλάνο. Πρώτη φορά ταξίδεψα με αυτό.
Ακολούθησε ένα λεπτό ησυχίας και έπειτα η συζήτηση ξανάρχισε.
Κων/ντής: Θα μου κάνεις μια χάρη;
-Βάνκας: Ναι.
Κων/ντής: Θα έρθεις να μείνεις μαζί μου στο καινούριο σπίτι; Μου έχεις λείψει τόσο.
Το χαμόγελο του Βάνκα σβήστηκε.
-Βάνκας: Η αλήθεια είναι πως η Μόσχα δεν συγκρίνεται με το χωριό. Έχει πολλές πολυτέλειες αλλά εγώ προτιμώ την απλότητα του χωριού και την φροντίδα του παππού.
Ο Κων/ντής νευρίασε. Επί ένα τέταρτο κοιταζόντουσαν. Δεν ξαναμίλησαν. Μόνο αγκαλιάστηκαν. Ο Βάνκας αποχαιρέτησε τον Κων/ντή ξέροντας πως το αντίο αυτό θα ήταν οριστικό. Ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Και από τότε δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
                                                                                                    Έλενα Παππά        Α΄5

Ένα διαφορετικό τέλος για τον Βάνκα...

    Γρήγορα-γρήγορα ο Βάνκας έτρεξε στο κοντινότερο κουτί, για να περάσει το πολύτιμό του μήνυμα από τη χαραμάδα. Μαζί του πήρε και ένα γράμμα του Αλιάχιν. Το γράμμα αυτό προοριζόταν για κάποιον συγγενή του. Ο Βάνκας, παρόλη την περιέργειά του, δεν το άνοιξε. Καθώς έτρεχε προς το κουτί, προσπαθούσε να φορέσει ένα λεπτό ζακετάκι, διότι έκανε κρύο, τσουχτερό κρύο. Όμως ήταν ακατόρθωτο να φορέσει το ζακετάκι κρατώντας δύο γράμματα στο ένα του χέρι. Ξαφνικά το γράμμα του Αλιάχιν γλιστρά από το χεράκι του εννιάχρονου παιδιού και προσγειώνεται σε μια λακκούβα γεμάτη λάσπη. Ο Βάνκας σάστισε!

    Τι να κάνει δεν ήξερε! Δίχως σκέψη βούτηξε την παλάμη του στη λακκούβα, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσε να βρει μια δικαιολογία η οποία θα τον έσωζε από τα χτυπήματα του αφεντικού του. Ο Βάνκας απελπισμένος έπιασε το μουσκεμένο γράμμα και το έβαλε στην τσέπη του. Έριξε το μήνυμα που πίστευε πως ήταν η μοναδική του ελπίδα σωτηρίας και τρέχοντας έφτασε στην εξώπορτα του τσαγκαράδικου. Ο Βάνκας μπήκε μέσα και έκανε τον ανήξερο. Ο Αλιάχιν τον ρώτησε αν έστειλε το γράμμα. Απάντηση δεν πήρε. Το ύφος του έγινε ακόμα πιο σοβαρό και αυστηρό. Ο Βάνκας αποφάσισε να του πει την αλήθεια. Εξοργισμένος ο Αλιάχιν τον άφησε  ηστικό για τρείς ολόκληρες μέρες. Ο Βάνκας δεν άντεξε. Το φαγητό το έβλεπε μόνο στα όνειρα του και βλέποντας ένα από αυτά ....... άφησε και την στερνή του την πνοή. 

                                                                                                          Έλενα Παππά Α΄5
    

Μόλις ο Βάνκας πέταξε το γράμμα μέσα στο κουτί, θυμήθηκε ότι κάτι είχε ξεχάσει να γράψει. Ο Βάνκας πλησίασε τον Κύριο Σέρχιο Αραούχο, ο οποίος είχε τα κλειδιά για το κουτί και τον παρακάλεσε να το ανοίξει για να διορθώσει το γράμμα. Μόλις ο Κύριος Σέρχιο ανοίγει το κουτί, είδαν πως δεν υπήρχε κανένα γράμμα και έτσι απόρησαν. Μια κυρία που καθόταν στην στάση του λεωφορείου, η οποία ήταν απέναντι από το γραμματοκιβώτιο τούς είπε πως μόλις ο Βάνκας πήγε να ζητήσει τα κλειδιά, ένα φορτηγό μάζεψε όλα τα γράμματα για να τα δώσει στους παραλήπτες.

    Ο Βάνκας προσπάθησε να τρέξει όσο πιο γρήγορα γινόταν, για να προλάβει το φορτηγό αλλά ήταν εξαντλημένος από τη συνεχή δουλειά. Ο Βάνκας πίστεψε πως όλες οι  ελπίδες του χάθηκαν και θα ήταν αναγκασμένος να ζει στη Μόσχα μέχρι να πεθάνει αλλά ο άνθρωπος που οδηγούσε το φορτηγό γνώριζε τον κύριο Κωνσταντή Μακάριτς και πήγε ως το χωριό που ζούσε για να του παραδώσει το γράμμα. Την άλλη μέρα ο παππούς εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στον Βανκα την ώρα που εργαζόταν και τον πήρε στο χωριό.
                                                                            Εντι Σαντσες (Α5)