Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι γάτες των φορτηγών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οι γάτες των φορτηγών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018

Η ζωή του ναυτικού...

Η Τίνα Στ. αφηγείται τη ζωή του παππού της ως ναυτικού μέσα από τις ιστορίες και αναμνήσεις του...


Ο παππούς μου είναι το δεύτερο παιδί μιας πολύτεκνης και φτωχής  οικογένειας. Οι γονείς του ήταν αγρότες και για αυτό όλα τα παιδιά της οικογένειας αναγκάστηκαν να φύγουν από πολύ μικρή ηλικία για να βρουν δουλειά. Έτσι, στα δεκάξι του χρόνια μπάρκαρε στο Εμπορικό Ναυτικό ως ναύτης, στη συνέχεια έγινε λοστρόμος και μετά ανθυποπλοίαρχος. 

Αρχικά ταξίδεψε με δεξαμενόπλοια (τάνκερ) και μετά με φορτηγά πλοία (liberty). Τα ταξίδια του διαρκούσαν πολλούς μήνες. Ένα από τα μεγαλύτερα του ταξίδια διήρκησε δύο χρόνια και είχε ως προορισμό Αμερική – Ιαπωνία. Κατά την διάρκεια αυτών των μεγάλων ταξιδιών του υπήρχε έντονη μοναξιά , νοσταλγία για την πατρίδα και την οικογένεια. Ο μόνος τρόπος επικοινωνίας ήταν μέσω αλληλογραφίας και πολλές φορές τα γράμματα καθυστερούσαν να φτάσουν μέχρι να πιάσουν λιμάνι.
Αυτή τους την μοναξιά προσπάθησαν να την καταπνίξουν με την συντροφιά των ζώων. Σε ένα λοιπόν από τα καράβια που ταξίδεψε υπήρχε μια σκυλίτσα, η  Ραλού, η οποία απολάμβανε τα χάδια, τη φροντίδα, την αγάπη αλλά και την λατρεία όλων των ναυτικών. Δυστυχώς, όμως, αυτό το σκυλάκι δεν έζησε πολλά χρόνια καθώς εγκλωβίστηκε στο σημείο που ανεβοκατεβαίνει η άγκυρα , με αποτέλεσμα οι ναυτικοί να την χάσουν και να την βρουν μετά από μέρες πεθαμένη από υποσιτισμό.
Εκτός όμως από την μοναξιά, οι ναυτικοί είχαν να αντιμετωπίσουν τις δύσκολες συνθήκες εργασίας. Οι συχνές βάρδιες στο κρύο, στις φουρτούνες και στην ομίχλη, που μπορούσε να κρατήσει έως και τρεις μέρες με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος να χαθούν ή να χτυπήσουν πάνω σε άλλο πλοίο, εξουθένωναν τους ναυτικούς και πολλοί μάλιστα δεν άντεχαν  και έφευγαν από το πλοίο. Είχαν όμως να αντιμετωπίσουν και τις ακραίες καιρικές συνθήκες με φουρτούνες και κυκλώνες στα τροπικά κυρίως μέρη στα οποία οι Έλληνες ναυτικοί δεν ήταν συνηθισμένοι, αλλά τις αντιμετώπιζαν με ανδρεία και τόλμη.
Οι δυσκολίες αυτές έφερναν κοντά τους ανθρώπους μεταξύ τους, δημιουργώντας φιλίες που κρατούν ακόμα. Ο παππούς μου μάλιστα μιλάει ακόμα με έναν γέρο ναυτικό από τον Πειραιά που τον ξέρει περίπου 63 χρόνια και συναντιούνται, πίνουν τα ουζάκια τους και θυμούνται τα παλιά.
Τα δύσκολά περιστατικά που θυμάται είναι η σύγκρουση που είχαν πάνω σε έναν βράχο έξω από το λιμάνι της Γαλλίας αλλά και μια μεγάλη φουρτούνα στον Ινδικό ωκεανό  με τεράστια κύματα όπου και στις δύο περιπτώσεις κόντεψαν να βουλιάξουν. Όλοι οι ναυτικοί στις δύσκολές αυτές στιγμές παρακαλούσαν τον Άγιο Νικόλαο και την Παναγία να τους προστατέψει και έκαναν τάματα που θα εκπλήρωναν στις εκκλησιές των χωριών τους. Τέλος ένα άλλο περιστατικό που  θυμάται είναι όταν μεθυσμένος άνδρας έπεσε στην θάλασσα. Τότε όλοι οι ναυτικοί βοήθησαν να κατεβάσουν μια σωσίβια λέμβο στη θάλασσα για να τον βρουν. Ψάχνανε αρκετές ώρες μα δεν τον βρήκαν και τελικά υπέθεσαν πως είχε πνιγεί και έτσι επέστρεψαν στο πλοίο.    
Εκτός από τον παππού μου που είχε να αντιμετωπίσει τις ανθυγιεινές συνθήκες αλλά και όλες τις παραπάνω δυσκολίες , άσχημες στιγμές πέρασε και ο πατέρας μου με την γιαγιά μου. Η παιδική ηλικία του πατέρα μου είναι χωρίς αναμνήσεις με τον μπαμπά του. Έλειπε από όλες τις σημαντικές εκδηλώσεις του σχολείου. Ένιωθε πάντα μειονεκτικά σε σχέση με τους φίλους του καθώς εκείνοι είχαν πάντα και τους δύο γονείς τους ενώ αυτός όχι. Ακόμα και όταν ήταν όλοι μαζί αυτό ήταν για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.
Ο παππούς μου όταν γυρνούσε από το μπάρκο του, πάντα  του έφερνε όμορφα δώρα για να αναπληρώνει το κενό της απουσίας του. Αν και χαιρόταν ο πατέρας μου με τα δώρα και τα παιχνίδια, θα προτιμούσε να είχε τον πατέρα του κοντά του. Όταν πλέον όμως ήρθε να μείνει μαζί τους ο μπαμπάς μου είχε μεγαλώσει ήταν δεκαοκτώ ετών και είχε συνηθίσει την απουσία του. Το ίδιο παράπονο είχε και η γιαγιά μου, η οποία αντιμετώπιζε όλες τις δυσκολίες μόνη της χωρίς καμία βοήθεια.

                                                                                                                               Τίνα Στ., Β΄4 

Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Οι γάτες των φορτηγών-Ν. Καββαδίας


Φανταστείτε ότι είστε ένας από τους ναύτες ενός φορτηγού πλοίου που αναφέρει ο Καββαδίας στα ποιήματά του. Στο ημερολόγιό σας γράφετε τις σκέψεις και τα συναισθήματά σας...

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΝΑΥΤΗ



15/8/1920

Πάλι άυπνος…για δεύτερη συνεχόμενη μέρα. Η βάρδια μου πάλι 1:00 – 6:00 το πρωί. Ευτυχώς που ο παπαγάλος μου μένει ξύπνιος και μου κρατάει συντροφιά, αλλιώς, ποιος ξέρει…

Πάλι καλά που βρίσκω ένα πεντάωρο να κοιμηθώ. Με το που ξυπνάω ακούω τον πολυαγαπημένο μου παπαγάλο. Μου θυμίζει την γυναίκα μου που την άφησα πίσω στην πατρίδα. 






19/8/1920

Ευτυχώς οι βραδινές βάρδιες έχουν τελειώσει δύο  μέρες τώρα και κοιμάμαι κανονικά. Κατά  τ’ άλλα όλα ίδια, η μυρωδιά του ψαριού, η κακή ποιότητα υγιεινής και οι σκληρές συνθήκες εργασίας. Σε λίγες μέρες φτάνουμε στον προορισμό μας, το Σύδνεϋ.



20/8/1920

Κάποιες μέρες εύχεσαι να μην υπήρχαν. Η σημερινή μέρα δεν αποτελεί εξαίρεση. Με το που ξύπνησα χτυπά ο συναγερμός και το ταβάνι αρχίζει να στάζει. Ανεβαίνω στο κατάστρωμα, βλέπω νερά ίσαμε ένα μέτρο. Κοιτάω πάνω και βλέπω να έρχεται καταπάνω μου ένα κύμα τρία μέτρα περίπου, τρέχω λοιπόν πάλι στο δωμάτιό μου. Μέσα σε δύο ώρες όλα είχαν τελειώσει. Εγώ και ο παπαγάλος μου την γλυτώσαμε αλλά οι δυο καλοί μου φίλοι όχι, είναι οι δυο πρώτοι ναύτες που χάνονται σε αυτό το ταξίδι.



21/8/1920

Το πλοίο ρίχνει άγκυρα στο Σύδνεϋ. Δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεσή μας, για να ξεφορτώσουμε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είμαι ο μόνος που ξεφορτώνει. Είναι τα γενέθλιά μου αλλά πάλι εμένα αγγάρευσαν. Ενώ ήμουν λυπημένος, μετά το φαγητό ο λοστρόμος μου λέει χρόνια πολλά και μου δίνει έναν υπέροχο παπαγάλο, όλο μπλε με κίτρινα φτερά και έξυπνο βλέμμα. Εκτός από τον παπαγάλο μου έδωσε και έναν πανέμορφο γάτο με πορτοκαλί τρίχωμα και μαύρες ρίγες.  Σήμερα ξεκινάμε για την πατρίδα! Σε έξι μήνες φτάνουμε στην  Ελλάδα.

Θ.Μ.

7 Δεκεμβρίου 1935

Πολυαγαπημένη  μου,
        Πολυαγαπημένη μου που τόσο καιρό μακριά σου δεν βρίσκω το κουράγιο ούτε το όνομά σου να προφέρω.
        Συγγνώμη που άργησα τόσο να σου γράψω, μα τέσσερις μήνες τώρα δεν έχουμε κάνει ούτε μια στάση. Ήταν να κάνουμε στάση σε ένα λιμάνι στην Κροατία, μα η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη αναγκάζοντας μας να συνεχίσουμε το ταξίδι.
        Η ζωή στη θάλασσα είναι δύσκολη. Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε υγιείς, μα μερικοί υπέκυψαν στις δυσκολίες και στις ασθένειες που παραμονεύουν.
        Οφείλω να σε ενημερώσω ότι ο μικρός σου αδερφός στέκει ακόμα γερός και άκοπος. Σκληρό παλικαράκι ο Βασιλάκης! Δεν του το ’χα. Κάθε πρωί σηκώνεται χαρωπός σιγομουρμουρίζοντας ή σφυρίζοντας τη μελωδία, που μου ‘χες πει κάποτε, πως σας τραγούδαγε η μητέρα σας, όταν ήσασταν παιδιά. Κάθε μεσημέρι έρχεται στην τραπεζαρία ενθουσιασμένος παρόλο τον απαίσιο χυλό που μας σερβίρουν.
        Δεν θα σου πως μου λείπεις γιατί αυτό ήδη το ξέρεις. Μα έχω κάτι να ζητήσω από σένα. Θέλω να προσευχηθείς για μένα γιατί έχω χάσει πια το κουράγιο να το κάνω ο ίδιος.
        Πιστεύω ήρθε η ώρα να τελειώσω το γράμμα μου προς εσένα εδώ, πριν τα δάκρυα μου μουτζουρώσουν πολύ το μελάνι.
        Αντίο, πολυαγαπημένη μου, ελπίζω να ξαναϊδωθούμε σύντομα.
                                 Νεφέλη Μ.