Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

Μια μέρα στο παλιό Σχολείο... με αφορμή το απόσπασμα "Νέα Παιδαγωγική" του Ν. Καζαντζάκη

Στις 11 Οκτωβρίου 2019 στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας επισκεφτήκαμε το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης. Συγκεκριμένα, με αφορμή το απόσπασμα του σχολικού βιβλίου «Νέα Παιδαγωγική» από το αυτοβιογραφικό πεζογράφημα «Αναφορά στο Γκρέκο» (1961) του Ν. Καζαντζάκη οι μαθήτριες και οι μαθητές του Α2 μεταφέρθηκαν με βιωματικό τρόπο στο παλιό σχολειό. Κάθισαν στα παλιά ξύλινα θρανία, παρατήρησαν τα αντικείμενα και μια τάξη του «παλιού» σχολείου και μίλησαν για αυτό σχολιάζοντας τα εκθέματα του χώρου (έδρα πάνω στο βάθρο, ξυλόσομπα, τετράδια καλλιγραφίας, σάκα, βέργα, ποδιά κ.λπ). Επίσης, είδαν φωτογραφικά ντοκουμέντα και ανέλαβαν ρόλους...

Στη σχολική τάξη κλείνοντας την ενότητα και στην ερώτηση «Γιατί το σχολείο τότε ήταν διαφορετικό;» Απάντησαν:
-«Γιατί πίστευαν ότι το ξύλο θα βοηθούσε στην πειθαρχία»
....
-«Γιατί υπήρχε φτώχεια»
-«Γιατί  είχαν άλλες αρχές και άλλη νοοτροπία
-«Γιατί ήταν μια άλλη εποχή και ο ρόλος του δασκάλου ήταν διαφορετικός»
Ακριβώς! Άλλες οι ανάγκες, άλλες οι κυρίαρχες νοοτροπίες, οι κυρίαρχοι λόγοι, οι ρητές και οι άρρητες παραδοχές εκείνης της κοινωνίας...

Με «εργαλεία» το κείμενο και την επίσκεψή τους γράφουν:

«Μια μέρα στο παλιό σχολείο....
θα αφήσετε την φαντασία σας ελεύθερη και με βάση τα όσα είδατε και διαβάσατε θα αφηγηθείτε μια μέρα στο παλιό σχολείο... ως συμμαθητές του Ν. Καζαντζάκη»

Σήμερα είναι Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 1900. Ο ήλιος μόλις ανέτειλε και μια ηλιαχτίδα του με ξύπνησε ευχάριστα. Φόρεσα την ποδιά μου και το σκισμένο παλτό μου , έπιασα όσο καλύτερα μπορούσα ψηλά τα μαλλιά μου και κίνησα για το σχολείο κρατώντας ένα βαρύ κούτσουρο.
Τα γυμνά πόδια μου είχαν παγώσει από τον αδίστακτο χειμωνιάτικο άνεμο που φυσούσε με ορμή. Στο δρόμο συνάντησα τη Λενιώ, μια απ’ τις καλύτερες μαθήτριες της τάξης. Εκείνη φορούσε ολόλευκα σαν το χιόνι παπούτσια κι ένα καλοραμμένο παλτό, προσέχοντας την εμφάνισή της, ως κόρη του Δημάρχου. Ζήλεψα, θαρρώ να πω. Στο δρόμο συζητούσαμε για τη γιορτή του κατηχητικού σχολείου, που ήταν το ερχόμενο Σάββατο.
Πριν φτάσουμε στο σχολείο, που έμοιαζε με ερείπιο έτοιμο να καταρρεύσει, έπρεπε να είμαστε καθαρές πριν μπούμε στην τάξη. Μετά από πέντε λεπτά περίπου, ακούσαμε το δάσκαλο να πλησιάζει στην αίθουσα με βροντερά βήματα. Καθώς μπήκε μέσα κρατώντας την δερμάτινη τσάντα του και τον βούρδουλα, όλοι σηκωθήκαμε αμέσως όρθιοι, δείχνοντας σεβασμό. Εκείνος μας καλημέρισε με βαριά φωνή και κάθισε στην έδρα του, η οποία ήταν πιο ψηλά απ’ τους μαθητές για να δείχνει ανωτερότητα και κοίταξε τα χαρτιά του. Έπειτα από λίγο σηκώθηκε και έλεγξε προσεκτικά, τα νύχια και τ’ αυτιά μας. Ο Κώστας φαίνεται πως ξέχασε να καθαρίσει τα νύχια του, γι’ αυτό ο δάσκαλος τον διέταξε ν’ ανοίξει τα χέρια του και μετά άρχισε να τον δέρνει με τον βούρδουλα. Τα χέρια του Κώστα κοκκίνισαν από τη δύναμη του δασκάλου δέρνοντάς τον. Κατόπιν ο κ. Ευαγγέλου πλησίασε προς τη σόμπα για να ζεσταθεί από το βαρύ κρύο του χειμώνα.
Ένα από τα μαθήματα που θεωρούσε ο δάσκαλος σημαντικό, ήταν η ανάγνωση. Σήμερα, διαβάσαμε ένα ποίημα του Ρήγα Φεραίου. Ο καθένας διάβαζε από τρεις στίχους. Ευτυχώς ήμουν από τα λίγα παιδιά που διάβασαν άριστα, γι’ αυτό ο δάσκαλος μου επέτρεψε να ζεσταθώ κοντά στη σόμπα μαζί με τη Λουκία και τον Γιάννη. Αφού ελέγξαμε τις ασκήσεις των μαθηματικών ο κύριος Ευαγγέλου άρχισε να γράφει με την κιμωλία στον μαυροπίνακα λέξεις για να συλλαβίσουμε. Η Μαρία δεν ήταν διαβασμένη στο μάθημα της ημέρας, με αποτέλεσμα να βρεθεί γονατιστή πάνω στα σκληρά καρυδότσουφλα. Όταν σηκώθηκε για να επιστέψει στη θέση της τα πόδια της ήταν πληγωμένα και ματωμένα.
Έτσι κύλησε άλλη μια μέρα με ευχάριστα και δυσάρεστα γεγονότα στο σχολείο. Στο γυρισμό οι σκέψεις της μέρας γίνονταν εικόνες, περνώντας διαδοχικά μπροστά απ’ τα μάτια μου. Οι εικόνες όμως γρήγορα διαλύθηκαν και τη θέση τους πήραν τα παιχνίδια και οι ανέμελες φωνές απ’ τα μικρά αδέρφια μου που έπαιζαν στην αυλή.
Μαρίλια Κ.  Α2


Σήμερα όταν μπήκα στην τάξη ο δάσκαλος με κοιτούσε με ένα άγριο βλέμμα. Κάθισα στη θέση μου και άρχισε να κοιτάζει τα νύχια, τα αυτιά και τα παπούτσια των συμμαθητών μου. Έφτασε η σειρά μου, κοίταξε τα νύχια και μου είπε: Γιατί είναι βρόμικα τα νύχια σου; Σήκω και κάτσε στα καρυδότσουφλα.
Η αλήθεια είναι πως τα νύχια μου ήταν λίγο βρόμικα γιατί το πρωί κουβάλησα το κούτσουρο και λερώθηκαν. Κανένας δεν έκατσε δίπλα στην φωτιά. Ένα αγόρι έφαγε ξύλο με την βέργα που είχε δεκαοχτώ κόμπους. Στο μάθημα της καλλιγραφίας η Ρινιώ έσπασε την πένα της και με γέμισε μελάνι.
Μετά το σχολείο πήγα στον φούρνο, ο δάσκαλος ήταν εκεί, με κοίταξε και μου είπε να γράψω εκατό φορές: «Θα φοράω την στολή μου πάντα και παντού.» Όταν έφτασα σπίτι έγραψα την τιμωρία, έκανα τα μαθηματικά, τη γλώσσα, την καλλιγραφία και τη μουσική. Μετά έφτιαξα την τσάντα μου, ετοίμασα το κούτσουρο, πλύθηκα και κοιμήθηκα.
Εύη Κ Α΄2


Πρωί-πρωί ξεκίνησα για το σκολειό με την σάκα μου, την καθαρή ποδιά μου και τα χτενισμένα, στολισμένα με κορδέλες μαλλάκια μου.
Μπαίνοντας μες την τάξη, καθίσαμε κάτω και περιμέναμε τον δάσκαλο. Μπήκε μέσα στην τάξη με φόρα:
-Καλημέρα παιδιά.
Σηκωθήκαμε απάνω.
-Καλημέρα κυρ δάσκαλε.
Έκατσε στην έδρα του και άνοιξε το βιβλίο του:
-Ζωίδου,  για θύμισέ μας που είχαμε σταματήσει.
Πάγωσα. Δεν είχα προλάβει να διαβάσω την προηγούμενη ημέρα.
-Εμμ… είχαμε πει για…
Σηκώθηκε πάνω και με ρώτησε:
-Ζωίδου παιδί μου, έχεις διαβάσει για σήμερα;
Με κοίταξε με ένα άγριο βλέμμα.
-Έλα εδώ παιδί μου, μου είπε.
Στάθηκα όρθια και προχώρησα αργά-αργά προς το μέρος του. Άνοιξε το ντουλάπι και έβγαλε ένα ξύλο με καρυδότσουφλα:
-Κάτσε κάτω με τα γόνατα, και μη βγάλεις άχνα! Να μάθεις άλλη φορά να έρχεσαι διαβασμένη!
Τα μικρά μου γόνατα ματώσανε.
Την επόμενη ώρα είχαμε Μαθηματικά. Τον καημένο τον Νίκο, έδεσε κόμπο την καρδιά του και σήκωσε το δάχτυλο:
-Που είναι, κυρ δάσκαλε, η Νέα Παιδαγωγική; Γιατί δεν έρχεται  στο σκολειό;
Η Νέα Παιδαγωγική, μας είχε έρθει από την Αθήνα. Θαρρούσαμε πως θα ‘ταν καμιά νέα γυναίκα και την λέγανε Παιδαγωγική.
Τινάχτηκε από την έδρα και ξεκρέμασε από τον τοίχο τον βούρδουλα. Άρχισε να του ρίχνει ξυλιές. Κάποια στιγμή ίδρωσε και σταμάτησε.
-Να η νέα Παιδαγωγική, είπε, και άλλη φορά σκασμός! Πολύ θράσος έχετε σήμερα!
Είπε και ξεφύσησε.
Από εκείνη την ημέρα δεν ξαναπήγα αδιάβαστη στο σκολειό ποτέ.
Ελένη Ζ.  Α’2












Μια μέρα στο σχολείο... δεν ξέρω με τι να ξεκινήσω. Είναι τόσα αυτά που θέλω να πω...
Έβλεπα καθημερινά από το σπίτι μου μέχρι και στο σχολείο βέργες και βούρδουλες. Έβρισκα τρόπους να τα αποφεύγω, αλλά δεν πετύχαιναν κάθε φορά. Ας ξεκινήσουμε με το δάσκαλο της πρώτης Δημοτικού. Ήταν σαν ένας καουμπόης με καπέλο καφέ κάθε φορά. Ξέρετε αυτά που καλύπτουν γύρω – γύρω το κεφάλι. Τέλος πάντων! Αυτός, ο κύριος Σφακιανάκης ήταν πολύ αυστηρός. Μας έλεγε να έχουμε ξυρισμένο το κεφάλι, καθαρά νύχια και αυτιά, αλλιώς, ξύλο με το βούρδουλα.
Τους Χειμώνες, ειδικά όταν χιόνιζε, αν ήσουν αδιάβαστος, σε έβγαζε έξω για 3 με 4 λεπτά, μετά σε έβαζε μέσα και τις έτρωγες! Ξέρετε, πάλι, ότι όταν είσαι κρύος, εκεί να σε δω, αν πονάει, δεν το συζητώ. Αυτό εγώ το είχα πάθει πολλές φορές.
Τέλος, όταν είχες κάνει κάτι πολύ άσχημο, όπως να του πετάξεις ή να φας το κολατσιό του, σε έβαζε με τα γόνατα σε μία πλάκα ξύλου με κολλημένα καρυδότσουφλα πάνω της! Τότε ξέρεις ότι έχεις ματώσει, το νιώθεις από πριν. Δεν γνωρίζω πως πέρασαν αυτά τα χρόνια!
Βασίλης Θ. Α2


Δευτέρα 11 Σεπτεμβρίου 1890
Αγαπητό ημερολόγιο,
Μόλις γύρισα από το δημοτικό σχολείο. Είναι η μέρα του αγιασμού και η έναρξη της σχολικής χρονιάς .Πρωί πρωί οι φίλοι μου κι εγώ συγκεντρωθήκαμε για άλλη μια φορά κάτω από το σπίτι μου και ξεκινήσαμε για το σχολείο. ‘Ημασταν πολύ ενθουσιασμένοι για την αρχή της τελευταίας μας σχολικής χρονιάς στο δημοτικό. Ελπίζαμε πως θα είχαμε έναν/μία επιεική και ευγενικό-ή δάσκαλο/δασκάλα.
Όταν φτάσαμε στο σχολείο, συγκεντρωθήκαμε στο προαύλιο σε σειρές, αμίλητοι, ώσπου ξεκίνησε ο αγιασμός. Ενώ ο παπάς μας ράντιζε με αγιασμό κρατώντας ένα κλαδί βασιλικού και τον σταυρό, τα μάτια μας ήταν στραμμένα στον καινούριο δάσκαλο. Ήταν ψηλός, γύρω στα 50, φορούσε γυαλιά και φαινόταν πολύ αυστηρός και σοβαρός. Κρατούσε έναν καφέ, δερμάτινο χαρτοφύλακα και μια μεγάλη βέργα και τη χτυπούσε απειλητικά στον αέρα όταν άκουγε φασαρία.
Μακάρι να μην είναι ο δάσκαλός μας γιατί αν είναι, είμαι σίγουρος πως θα φάω το περισσότερο ξύλο!
Βασίλης Κ. Α2

Σήμερα ήταν μια ξεχωριστή μέρα για μένα και για τους συμμαθητές μου. Το πρωί έβαλα το πηλήκιο και το σακάκι μου,  πήρα την σάκα μου και πήγα στο σχολείο. Μέσα στην αίθουσα υπήρχαν τρείς τάξεις, η Α΄, η Β’, η Δ’. Τα θρανία ήταν ξύλινα και καθόμασταν τρία –τρία  παιδιά. Καθόμουν με τον Καζαντζάκη και τον Παπαθανασίου. Ο δάσκαλος με κοίταξε και μου είπε να σηκωθώ να πω το μάθημα της Γεωγραφίας. Δεν έφτανα στον χάρτη γιατί ήμουν πολύ μικροκαμωμένος και έτσι έλεγα προφορικά το μάθημα. Μάλιστα επειδή δεν είχα διαβάσει καλά ο δάσκαλος με έβαλε να κάτσω πολύ μακριά από την σόμπα. Πιστεύω πως σήμερα την γλύτωσα ακόμα, διότι ούτε στα καρυδότσουφλα γονάτισα ούτε έφαγα πολύ ξύλο. 
  Άννα Κ.  Α’2


Μια μέρα στο παλιό σχολείο. Σηκώθηκα πρωί - πρωί και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν να μην ξεχάσω το κούτσουρο. Έτρεξα έξω και πήρα στα χέρια μου ένα κούτσουρο και μπήκα στο σπίτι για να πιω το γάλα μου και να ντυθώ. Αφού το ήπια ντύθηκα με τα χιλιομπαλωμένα αλλά καθαρά ρούχα μου. Πού να πας στο σχολείο με βρόμικα ρούχα και νύχια. Ο δάσκαλος μας έλεγχε κάθε μέρα. Έτσι και σήμερα μόλις μπήκαμε κοίταξε τα ρούχα και τα νύχια μας. Δυστυχώς ο Νίκος δεν είχε κόψει τα νύχια του. Ο δάσκαλος πήρε την βίτσα από την έδρα και άρχισε να του χτυπάει τα χέρια. Λυπήθηκα πάρα πολύ, τα μάτια του βούρκωσαν αλλά δεν έβγαλε μιλιά. Στο διάλειμμα τον ρώτησα αν πονάει. λες και δεν ήξερα. Εκείνος χαμογέλασε και μου είπε δεν πειράζει, ας κοιτάξουμε να φτιάξουμε κάτι...
Γιώργος Κ. Α2


ήμερα ημέρα Τρίτη και ώρα 6 και 30 προ μεσημβρίας η μητέρα μου έρχεται να με σηκώσει για να πάω στο σχολείο.
      Παίρνω ένα λιτό πρωινό, φοράω την ποδιά μου, η μητέρα μου, μου βάζει το πηλήκιο και παίρνω τη σάκα μου για να φύγω δίχως παλτό, δίχως παπούτσια.
      Το κρύο ανυπόφορο και καθώς φτάνω στο σχολείο βλέπω τα άλλα παιδιά να κρατάνε από ένα ξύλο για την ξυλόσομπα και εγώ για δεύτερη μέρα πάω με άδεια χέρια. Στο χώρο του προαυλίου είναι μαζεμένα τα υπόλοιπα παιδιά και πάω και εγώ να δω τι κάνουν. Λίγο αργότερα το κουδούνι χτυπά και μαζευόμαστε για να κάνουμε την καθιερωμένη προσευχή.
      Στη συνέχεια, έρχεται ο δάσκαλος και κατευθυνόμαστε στην τάξη. Με το που μπαίνουμε στην τάξη και ενώ έχουμε κάτσει ήδη στα ξύλινα θρανία ο δάσκαλος μας ζητάει τα κούτσουρα. Από την τάξη μας έχουν φέρει μόνο τα σαράντα από τα εξήντα παιδιά. Για αυτό το λόγο, αρχίζει και φωνάζει, ενώ σε εμάς που δεν είχαμε φέρει περνάει και μας ρίχνει μια με την βίτσα στα χέρια. Ένιωσα ταπείνωση και έσκυψα το κεφάλι. Αμέσως μετά, παρατηρεί αν φοράμε όλοι την ποδιά μας, βλέπει αν φοράμε το πηλήκιό μας και αν τα νύχια και τα παπούτσια μας είναι καθαρά. Μας λέει να βγάλουμε την αριθμητική και όσοι δεν την είχαν τους έβαλε τιμωρία, το ίδιο και με τη γλώσσα. Όρθιοι με το ένα πόδι στον τοίχο κάνοντας τον πελαργό. Την επόμενη ώρα έχουμε γυμναστική και για αυτό πήγαμε να βάλουμε τις φόρμες της γυμναστικής. Εγώ όμως, τις είχα ξεχάσει. Όταν με βλέπει ο γυμναστής με ρωτάει <<Γιατί δε φοράς τις φόρμες σου;>> και εγώ του απαντώ πως τις έχω ξεχάσει, ενώ στην πραγματικότητα η μητέρα μου είχε ξεχάσει να τις πλύνει και δεν είχα δεύτερο ζευγάρι. Με βάζει πάνω σε κάτι καρυδότσουφλα να ακουμπούν τα ήδη γδαρμένα γόνατά μου. Τι ντροπή νιώθω μέσα μου! Αλλά πλέον είναι αργά, το πάτωμα έχει ήδη αρχίσει να πλημμυρίζει με αίματα. Τέλος, περνάμε στο συσσίτιο για να φάμε τον καθιερωμένο χυλό και ύστερα πηγαίνουμε στα σπίτια μας.
      Πέφτω με τα μούτρα στο διάβασμα καθώς δεν υπάρχει φαγητό για να φάω. Φτιάχνω τη σάκα μου και πλέον πηγαίνω στο κρεβάτι παρόλο που είναι ακόμα νωρίς 19:00 η ώρα, για να πάω την άλλη μέρα ξεκούραστη στο σχολείο.
    Ελένη Κ. Α 2


Οι δάσκαλοι στο παλιό σχολειό ήταν αυστηροί, αυταρχικοί και ασκούσαν βία προς τους μαθητές. Την απόλυτη εξουσία μέσα στην τάξη την είχε ο δάσκαλος, ενώ αντίθετα οι μαθητές δεν είχαν λόγο για τίποτα. Τα παιδιά στο διάλειμμα δεν μπορούσαν να παίξουν τα παιχνίδια που τους άρεσαν. Ήταν κάτι απαγορευμένο από τους δασκάλους οι οποίοι δεν ήθελαν να ακούν τις φωνές των παιδιών.
   Μια μέρα λοιπόν ο Καζαντζάκης με τους φίλους του αποφασίσανε να φέρουνε κρυφά στο σχολειό βόλους. Παρά το γεγονός ότι οι δάσκαλοι ήταν πολύ αυστηροί οι μαθητές δεν έχαναν ποτέ την παιδικότητα τους και την όρεξη τους για παιχνίδι. Στο πρώτο διάλειμμα μπήκαν κρυφά στην αποθήκη του σχολείου για να παίξουν το αγαπημένο τους παιχνίδι. Παίζοντας λοιπόν αφαιρέθηκαν πολύ από το παιχνίδι και δεν άκουσαν ποτέ το χτύπημα του κουδουνιού από τον δάσκαλο. Ο δάσκαλος μέσα στην τάξη κατάλαβε πως έλειπαν 5 παιδιά. Άρχισε σαν τρελός να τα ψάχνει παντού μέχρι που τα βρήκε στην αποθήκη. Οι φωνές του ακούστηκαν σε όλο το σχολειό.Έ πειτα τους πήγε στον διευθυντή όπου τους επιβλήθηκε ως αυστηρή τιμωρία ,10 βεργιές και να γράψουν 200 φορές "δεν θα ξανά αργήσω στην τάξη όταν χτυπήσει το κουδούνι" Σίγουρα δεν θα ξεχάσουν ποτέ αυτήν την τιμωρία!

Μάνος Κ. 


Η ανάρτηση θα συμπληρωθεί και με άλλες εργασίες J

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2019

Λίγα λόγια για τη Δ. Σωτηρίου μέσα από μια ακροστιχίδα...


Σπούδασε γαλλίκη φιλολογία στο γαλλικό ινστιτούτο
Ως δημοσιογράφος συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά  
Τα ματωμένα χώματα είναι ένα από τα έργα της 
Ηταν γεννημένη στο Αϊδίνιο της Μικράς Ασίας
Ρέει η αγάπη της για τη Σμύρνη στα έργα της
Ιπεκτσί ήταν το βραβείο της για την ελληνοτουρκική φιλία
Οι νεκροί περιμένουν είναι το πρώτο της μυθιστόρημα
Υστερα από τη Μικρασιατική κατστροφή ήρθε ως πρόσφυγας στον Πειραιά
                                                                                       Βασίλης Χ. (Β5)

Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Παίζοντας με τον Τσεχωφ

Έτοιμο και το e book!
Κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους 2018-2019 με την ομάδα του πολιτιστικού προγράμματος «Παίζοντας με το Τσέχωφ» ασχοληθήκαμε με διηγήματα του Τσέχωφ. Οι μαθητέ/ριες με έναυσμα διηγήματα του ασχολήθηκαν με ασκήσεις δημιουργικής γραφής (χαϊκού, λίμερικ, λίστες, αυτόματη γραφή, παραμύθια κ.λπ). Επίσης, δραματοποιήσαμε κάποια από τα διηγηματά του. Στο e book περιλαμβάνονται όσες από τις εργασίες ανέβηκαν από τις μαθήτριες και τους μαθητές σε έναν ψηφιακό πίνακα (padlet) αλλά και σχετικές οδηγίες-φύλλα εργασίας που δόθηκαν.

Παίζοντας με τον Τσέχωφ


Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2019

Φτου ξελύπη: οπτικοποίηση κειμένου και πολυτροπικά κείμενα

Μία προσεγμένη οπτικοποίηση σημείων του βιβλίου "Φτου ξελύπη" της Μ. Κόντου από τη μαθήτρια Μιχαέλα Σ. (Α4)


Φτου Ξελύπη from Maria Michali


Τα πολυτροπικά κείμενα των μαθητών/ριών για να...στηρ'ίξουμε τη ΜΕΤΑδραση:





Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2019

Βιβλιοπαρουσίαση:"Ξυπόλυτοι ήρωες" Ᾱ.Μητσιάλη


Η συγγραφέας μέσα από το μυθιστόρημα <<Ξυπόλυτοι ήρωες>> αναφέρεται στην  αλησμόνητη και δύσκολη περίοδο της κατοχής στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα στο βιβλίο γίνεται αναφορά για την ζωή μιας παρέας παιδιών, Εβραίων και Ελλήνων , καθώς και στοιχεία για την δράση του ξυπόλυτου τάγματος. 

Αδελφικές σχέσεις, απρόσμενοι έρωτες, ξαφνικές επιστροφές από άτομα χαμένα στο παρελθόν ενώ ακόμα και αντιστασιακές πράξεις κυριαρχούν στο μυθιστόρημα. Οι αγώνες με τον θάνατο, η δράση των ανθρώπων και στιγμές από την απανθρωπιά των Γερμανών στους Εβραίους λαμβάνουν χώρα γύρω από την Θεσσαλονίκη. Το μυθιστόρημα αυτό μέσα από την γλαφυρότητα και την παραστατικότητα του λόγου  και της γλώσσας με τις δυσνόητες και ασυνήθεις λέξεις καταφέρνει να δώσει φωνή και πνοή στους ήρωες οι οποίοι δείχνουν τις άσχημες καταστάσεις της εποχής. Οι εικόνες του μυθιστορήματος, οι οποίες προκύπτουν μέσα από τα λόγια των ηρώων, ζωντανεύουν το βιβλίο . Αυτές οι εικόνες με έκαναν , σε ένα βαθμό, να ζήσω  εκείνη την εποχή. Με την σειρά μου θα πρότεινα ανεπιφύλακτα το βιβλίο αυτό σε γνωστούς να το διαβάσουν για να μάθουν, να νιώσουν και να ζήσουν τις δυσκολίες της γερμανικής κατοχής όπως την αισθάνθηκα και εγώ.
Αφροδίτη Ταχλαμπούρη (Β΄4)

Ξυπόλητοι ήρωες! Ένα μαγικό ιστορικό μυθιστόρημα που λαμβάνει μέρος στην Θεσσαλονίκη. Μας περιγράφει αλλά και μας ξεδιπλώνει τις δύσκολες μέρες της κατοχής μέσα από τα μάτια απλών καθημερινών ανθρώπων και μιας ομάδας παιδιών που προσπαθούν να βοηθήσουν τόσο την αντίσταση όσο και τους συνανθρώπους τους που έχουν ανάγκη .Ζουν εξωπραγματικές εμπειρίες γνωρίζοντας τι θα πει να μάχομαι για την ελευθερία, την αδικία αλλά και τη ίδια τους την ζωή. Ο λόγος του κειμένου είναι γλαφυρός και παραστατικός με κάποιες ίσως δυσνόητες λέξεις που ήταν αυτές που σε έκαναν να νοιώσεις σαν να ζεις και εσύ σε εκείνη την εποχή αλλά και σαν να ζεις τις ίδιες εμπειρίες με αυτές των  παιδιών. Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη θίγει τόσα πολλά θέματα μέσα από τα γεγονότα που διαδραματίζονται καθημερινά. Μέσα σε αυτά ,την αντίσταση που πλημύριζε στους δρόμους της Θεσσαλονίκης από τις θαρραλέες και συχνές προσπάθειες βοήθειας των παιδιών αλλά και την φιλιά που μέρα με την μέρα γινόταν και πιο δυνατή. Ακόμα θίγονται τα δεινά της κατοχής: πείνα, φόβος, βία, δυστυχία περνώντας αντιπολεμικά μηνύματα. 

Κατά την διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου συνδέθηκα συναισθηματικά με τους ήρωες αλλά ταυτίστηκα απόλυτα και με τις πράξεις τους που μέσα από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα άρχισαν να δημιουργούν έρωτες , αδελφικές φιλίες αλλά αντιμετώπισαν και τα χρωστούμενα του παρελθόντος. Σας το προτείνω ανεπιφύλακτα. Μέσα απ αυτό το βιβλίο θα συγκινηθείτε, θα γελάσετε αλλά θα μάθετε και για πράγματα τις κατοχή που ίσως να μην σας δοθεί ποτέ ξανά η ευκαιρία να διαβάσετε. Προσωπικά σε κάθε επιχείρηση των παιδιών ένιωθα την κάρδια μου να χτυπάει τόσο δυνατά λες και στα αλήθεια ήμουν και εγώ εκεί, λες  και κινδύνευε και εμένα η ζωή μου. Αυτό το συναίσθημα δεν θα το ξεχάσω ποτέ ήταν το κάτι τόσο μαγικό και σας εύχομαι να το νοιώσετε και εσείς όταν διαβάζετε τις σελίδες αυτό του μυθιστορήματος ….
Τίνα Στενού (Β΄ 4)

Το έργο αυτό μιλάει για μια ομάδα παιδιών που ζουν στη Θεσσαλονίκη. Περνούν δύσκολα χρόνια εκεί λόγω του Ναζισμού, ζουν αξέχαστες εμπειρίες και ταυτόχρονα προσπαθούν να επιβιώσουν. Μέσα όμως από αυτά τα δύσκολα χρόνια που περνούν ξετυλίγονται έρωτες και δυνατές φιλίες. Επίσης, το έργο αυτό αναφέρεται στην Αντίσταση, την Κατοχή και το Ολοκαύτωμα των Εβραίων.

 Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή με ιδιωματισμούς που μας ταξιδεύουν σε μια άλλη εποχή και χρησιμοποιεί πολύ συχνά τον διάλογο με τον οποίο δίνει περισσότερη παραστατικότητα. Ακόμα, αυτό που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον και με συγκίνησε αφάνταστα είναι το γεγονός ότι τα παιδιά κατάφεραν να επιβιώσουν και έρχονται αντιμέτωποι με τον θάνατο, την απώλεια φαγητού και υλικών αγαθών σε μια τόσο μικρή ηλικία. Κατά τη γνώμη μου είναι ένα από τα πιο συγκινητικά και ιστορικά έργα που έχω διαβάσει. Θα το πρότεινα αναμφίβολα σε όλους και ιδίως στα άτομα με μεγάλο ενδιαφέρον για την ιστορία.

Αλίκη Μαστρανεστάση (Β΄3)

Το βιβλίο «Οι Ξυπόλυτοι Ήρωες» αναφέρεται σε μια ομάδα παιδιών, από διαφορετικές  κοινωνικές τάξεις, τα οποία ζουν στην Θεσσαλονίκη κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής 1942-1944.
Ακολουθεί τις περιπέτειες των παιδιών καθώς προσπαθούν να επιβιώσουν στην Γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη όπως επίσης και τις σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ τους.
Μέσα από τις ιστορίες των παιδιών, το βιβλίο θίγει θέματα όπως η Αντίσταση κατά των ναζί και το ολοκαύτωμα της Εβραϊκής κοινότητας. Η γλώσσα του βιβλίου είναι απλή, στοχευόμενη προς νεαρούς αναγνώστες, με μόνο μερικές λαϊκές λέξεις και εκφράσεις οι οποίες μας παραπέμπουν σε μια παλαιότερη εποχή.

Προσωπικά το βιβλίο το λάτρεψα καθώς αυτά τα παιδιά, παρόλο τις κακουχίες που περνούσαν, κατάφεραν να ανταπεξέλθουν και να ζήσουν την παιδική τους ηλικία με όσο πιο  πολύ διασκέδαση μπορούσαν.
Συνιστώ αυτό το βιβλίο θερμά, καθώς είναι ένα διαχρονικό μυθιστόρημα γεμάτο αγωνία και συγκίνηση.

Μιχανετζή Νεφέλη (Β΄3) 

Ο Τάκης, η Σταυρούλα, η Αλέγρα, ο Πέπο, ο Άρης, η Αγγελική, η Ελένη, ο Έκτορας και η Λούνα κατοικούν στη Θεσσαλονίκη τα χρόνια της Γερμανικής κατοχής. Προσπαθούν να επιβιώσουν και ταυτόχρονα να αντισταθούν στους Γερμανούς. Αγωνία, θλίψη, χιούμορ, θυμός, αγάπη και συνεχής δράση είναι μερικές από τις λέξεις που χαρακτηρίζουν αυτό το μυθιστόρημα. 

Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη έχει κάνει μια εξαιρετική δουλειά αγγίζοντας την απόλυτη τελειότητα. Αν και δεν έζησε εκείνη την εποχή έχει καταφέρει να αποδώσει το περιεχόμενο του βιβλίου τόσο παραστατικά και αληθινά, που νιώθεις ότι είσαι και εσύ στην πραγματική ζωή ένας «Ξυπόλυτος Ήρωας» και παίρνεις μέρος στη δράση του. Οι γερμανικές λέξεις δίνουν ένα άλλο ύφος στο κείμενο κάνοντας το ακόμη πιο αληθινό. Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη έχει καταφέρει να δώσει ζωή στα πάντα ακόμη και στις φτωχογειτονιές της τότε Θεσσαλονίκης που δεν υπάρχουν πλέον στις μέρες μας. Έχει καταφέρει να συγκινήσει ακόμη και τους ανθρώπους που έζησαν εκείνη την εποχή. Ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του είδους του. Θα το πρότεινα ανεπιφύλακτα σε όλους τους φίλους μου και σε ανθρώπους άλλον ηλικιών.
Εβίτα Σιαράβα (Β΄4)


Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Ένας μαραθωνομάχος αφηγείται...


Προτού ξεκινήσουμε τη μάχη εναντίον των Περσών συγκεντρωθήκαμε όλοι με σκοπό ο Μιλτιάδης να μας δώσει μερικές συμβουλές για το σχέδιο που είχε σκεφτεί και τα βήματα που θα έπρεπε να ακολουθήσουμε. Αργότερα , αφού φτάσαμε στο σημείο της μάχης, παραταχτήκαμε απέναντι από τους Πέρσες, αφού ο στρατηγός μας σκέφτηκε να ενισχύσει τα άκρα. 
Εγώ ήμουν στη μέση. Εμείς είχαμε παραταχθεί στο πάνω μέρος ενος λοφίσκου. Έτσι, οι Πέρσες θα έπρεπε, για να μας πλησιάσουν να τρέξουν σε ανηφορικό έδαφος. Το έδαφος, λοιπόν, μας βοήθησε και αρχίσαμε να τρέχουμε πρός αυτούς. Αυτοί κυκλώθηκαν από τα ενισχυμένα άκρα και πολλοί έτρεχαν πανικόβλητοι στα καράβια τους. Έτσι με το σχέδιο του αρχηγού μας Μιλτιάδη ο ελληνικός στρατός νίκησε. 


Βίκυ Σ. (Α4)